Μια ματιά στο ελληνικό μέλλον

Πήρα σήμερα τη μεγάλη γυάλινη σφαίρα μου και είπα να ρίξω μια ματιά στο ελληνικό μέλλον. Για να είμαι ειλικρινής, όχι ακριβώς στο μέλλον, αλλά στα καβαφικά προσερχόμενα – τις ορατές δηλαδή κινήσεις της ιστορίας που σαν βαριά, φορτωμένα σύννεφα μαζεύονται στον ορίζοντα. Δεν υπάρχει εδώ καμιά ιδιαίτερη μαντική ή μετεωρολογική ικανότητα. Όταν βλέπεις τέτοια σύννεφα στον ορίζοντα κι όταν ξέρεις την ταχύτητα και την κατεύθυνση του ανέμου, μπορείς να δηλώνεις με σιγουριά: “Το απόγευμα θα βρέξει”.

Ας δούμε, λοιπόν, τις “βροχές” που μας ετοιμάζουν τα προσερχόμενα. Όσοι έχουν μπει στον κόπο να ρίξουν μια ματιά και σε άλλα κείμενα αυτού του μπλογκ θα έχουν διαπιστώσει πως η ερμηνευτική μου προσέγγιση είναι εστιασμένη και ιεραρχική. Υποστηρίζω δηλαδή πως στις μέρες μας συμβαίνει σε ολόκληρο τον κόσμο μια μείζων καταστροφή σε αργή κίνηση, μια μέγιστη δηλαδή πολιτισμική μεταβολή που διαλύει αργά αλλά σταθερά το βιομηχανικό σύστημα και τον πολιτισμό που αυτό δημιούργησε τους τελευταίους πέντε αιώνες. Αυτό είναι το κυρίαρχο θέμα του μπλογκ και μπορεί κανείς να δει την επιχειρηματολογία μου σε όλα σχεδόν τα άρθρα που παρουσιάζονται εδώ. Η πολιτισμική αυτή μεταβολή είναι τόσο οριστική, βαθιά και μη αναστρέψιμη που επηρεάζει καθοριστικά όλες τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες και εξελίξεις του καιρού μας, την καθημερινότητά μας, το μέλλον των παιδιών μας και την ίδια μας την ατομική και συλλογική επιβίωση. Όσο και αν οι κυρίαρχες ελίτ ανά τον κόσμο, τα φερέφωνά τους και οι συνοδοιπορούντες χρήσιμοι ηλίθιοι επιμένουν να αναμασούν το αφήγημα της “προόδου” και της “ανάπτυξης” (βλ. Η παρεξήγηση της πραγματικότητας) και να επαναλαμβάνουν ad nauseam πως η παρούσα κακοδαιμονία είναι απλώς μια περαστική κρίση, ένας κάπως βαρύς, είναι αλήθεια, “χειμώνας Κοντράτιεφ” ή κάτι παρόμοιο (βλ. Κρίση και παγκοσμιοποίηση), η περιβάλλουσα πραγματικότητα τους διαψεύδει: Η κρίση βαθαίνει συνεχώς χωρίς να διαφαίνεται κάποιο τέλος, οι γεωπολιτικές εντάσεις παίρνουν επικίνδυνες μορφές, νέες απειλές εμφανίζονται και οι κοινωνίες των ανθρώπων συνεχίζουν να φτωχοποιούνται και να χάνουν σταθερά τη συνοχή τους.

Συνέχεια

Η παρεξήγηση της πραγματικότητας ή η λάθος αφήγηση σε χαλεπούς καιρούς

Η πραγματικότητα έχει την κακή συνήθεια να διαψεύδει κάποια στιγμή τις περιούσιες ιστορίες μας. Τρανό παράδειγμα η αφήγηση της προόδου και της ανάπτυξης. Επί τέσσερις-πέντε αιώνες ενέπνευσε, διαμόρφωσε και καθοδήγησε ιδεολογίες, πολέμους, επαναστάσεις, πολιτικά και οικονομικά σχέδια, ατομικές και συλλογικές φιλοδοξίες, στόχους και επιτεύγματα ζωής. Ό,τι δεν μπορούσε να ενταχθεί στο μεγάλο πολιτισμικό πρόγραμμα της προόδου και της ανάπτυξης ήταν εξ ορισμού αντιδραστικό, ξεπερασμένο, passé – κι έπρεπε να εξωπεταχτεί στο πυρ το εξώτερο ή καλύτερα στον σκουπιδοτενεκέ της Ιστορίας.

Αληθινή ατμομηχανή της ανθρώπινων υποθέσεων από τον 16ο αιώνα μέχρι πρόσφατα, η μεγάλη αυτή αφήγηση ήταν η ψυχή, το ζωτικό παράδειγμα, η élan vital του βιομηχανικού πολιτισμού. Κεντρική, θεμελιακή της πρόταση: Υπάρχει μια σαφής και μη αναστρέψιμη κίνηση στην Ιστορία από το χειρότερο στο καλύτερο, από το λιγότερο στο περισσότερο, από το απλούστερο στο πολυπλοκότερο, από το καλό των λίγων στο καλό των πολλών – ένα αναμφισβήτητο μεταφυσικό άνυσμα, ένα βέλος νοήματος και σκοπού που τανύζεται προς την αποθέωση του ανθρώπου. Τίποτα, υποστηρίζει η μεγάλη αφήγηση, δεν μπορεί να αντιπαρατεθεί στην ακατανίκητη αυτή δύναμη. Κι αυτό ήταν αλήθεια για ένα διάστημα. Ολόκληρος ο πλανήτης μεταμορφώθηκε ριζικά από το μαγικό άγγιγμά της, οι παραδοσιακές αξίες και τρόποι ζωής εξαφανίστηκαν για να αντικατασταθούν από την πιο αδυσώπητη οικονομική μηχανή στην ανθρώπινη Ιστορία, από μια ιδεολογία ανίκανη να αποδεχτεί οποιαδήποτε άλλη άποψη, από ένα πολιτικό σύστημα που μανιακά κυνηγά την απόλυτη επικράτησή της σε κάθε γωνιά της Γης.

Αυτό που έχουμε σήμερα είναι η έσχατη συνέπεια αυτού του παραδείγματος, ένας κόσμος που πιστεύει βαθιά πως δεν υπάρχουν όρια στην ανθρώπινη φιλοδοξία, σύνορα στην ανθρώπινη επέκταση, εμπόδια φυσικά, πολιτιστικά, πολιτικά, οικονομικά ή ψυχολογικά που δεν μπορούν να ξεπεραστούν. Αυτό που έχουμε σήμερα μπροστά μας είναι, κατά τη λογική της αφήγησης, μια πνευματική σουπερνόβα, μια εκρηκτική θετική ανάδραση, μια εκθετική εκτίναξη του ανθρώπινου λόγου προς το άπειρο.

Συνέχεια

Το γερμανικό πρόβλημα

(Για κάποιο λόγο που δεν θυμάμαι, αυτό το άρθρο, γραμμένο τον Δεκέμβριο 2011, δεν δημοσιεύθηκε ποτέ στο μπλογκ, αν και μπορείτε να το βρείτε στη συλλογή Προσερχόμενα. Αν και έχουν περάσει έξι περίπου χρόνια από τότε, οι βασικές επισημάνσεις και προβλέψεις του ήταν μάλλον ακριβείς. Η στραγγαλιστική λαβή της Γερμανίας στη χώρα μας, αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη, συνεχίζεται και γίνεται πιο πνιγηρή, η Ευρώπη και το ευρώ συνεχίζουν να βυθίζονται, οι γεωπολιτικές φιλοδοξίες των Γερμανών προκαλούν πλέον φανερά τους Αμερικανούς, η στρατιωτική παρουσία της Γερμανίας (έστω μικρή και αφανής ακόμα) επεκτείνεται εκτός του Αφγανιστάν στη Συρία, τη Σομαλία και ποιός ξέρει πού αλλού – γεγονότα που επιβεβαιώνουν τη βασική θέση του άρθρου, την ύπαρξη δηλαδή γερμανικού αυτοκρατορικού σχεδίου, κάτι που έχει αρχίσει να γίνεται διεθνώς αντιληπτό. Οι μόνοι που δεν φαίνεται να το έχουν πάρει είδηση είναι οι Έλληνες πολιτικοί, δημοσιογράφοι και ευρωμανείς καθηγητές και διανοούμενοι.)

Πίσω από τον ορυμαγδό των καθημερινών ειδήσεων και αναλύσεων για την οικονομική κρίση, πέρα από τις συνεχώς διαψευδόμενες προβλέψεις για ανάκαμψη και ανάπτυξη, την ώρα που το ευρώ και η Ευρωζώνη έχουν μπει πλέον βαθιά στη Ζώνη του Ημίφωτος με προβλεπτή και αναπότρεπτη τη μοιραία κατάληξή τους, από τα ερείπια του ευρωπαϊκού οικοδομήματος αρχίζει να αναδύεται μια νέα και απίστευτη για τους περισσότερους πολιτική και γεωπολιτική τάξη. Γιατί όμως απίστευτη; Η εξουσία, όπως και η φύση, απεχθάνεται το κενό: Τη θέση του θνήσκοντος ευρωπαϊκού μορφώματος, ή έστω ενός μεγάλου τμήματός του, σπεύδει να καταλάβει η Γερμανία επαναλαμβάνοντας για μιαν ακόμα φορά τον ιστορικό εαυτό της. Αλλά τί μορφή μπορεί να πάρει το νέο αυτό γερμανικό εγχείρημα, πού μπορεί να στηρίζεται και τί προοπτικές μπορεί να έχει; Τα ερωτήματα αυτά είναι δυνατόν να απαντηθούν μόνο αν δίπλα στις σημερινές συγκυρίες τοποθετήσουμε το ιστορικό παρελθόν του βασικού αυτού παίκτη του διαγραφόμενου νέου ιστορικού δράματος.

Συνέχεια

Πού το είδες το τσουνάμι;

Τον Οκτώβριο του 2010 είχα την αφέλεια να αποστείλω την παρακάτω επιστολή στην εφημερίδα «Καθημερινή». Φυσικά δεν δημοσιεύθηκε.

Κύριε διευθυντά,

Στο ερώτημα “τις πταίει” για τα σημερινά κατάντια της χώρας μας ίσως θα έπρεπε να προσέξουμε μια μοιραία δεκαετία – τη δεκαετία του ’70. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι μόνο ελληνικό.

Το ’70 είναι η δεκαετία που ο Νίξον αποδέσμευσε το δολάριο από τον χρυσό οδηγώντας έτσι στην απόλυτη κυριαρχία του χρεωστικού χρήματος και των τραπεζιτών. Αλλά προπαντός είναι η δεκαετία του αδιαφιλονείκητου θριάμβου της τηλεόρασης και της υποκατάστασης του δημόσιου χώρου και διαλόγου από την ηλεκτρονική οθόνη.

Οι δύο αυτές παράλληλες διαμεσολαβήσεις ανάμεσα στον καθένας μας και την κοινωνική, πολιτική και οικονομική πραγματικότητα υποκατέστησαν το πραγματικό με το φαντασιακό. Και μάλιστα με ένα βάρβαρο φαντασιακό που ελέγχεται και ώς ένα βαθμό καθοδηγείται από τα συμφέροντα, τους σκοπούς και τις φαντασιώσεις των διαχειριστών τους. Από τη μοιραία εκείνη δεκαετία και μετά ο κόσμος μας μπήκε στην εικονική πραγματικότητα του ψευδοχρήματος και των ριάλιτις. Σαράντα χρόνια ζούμε μέσα σε μια φούσκα, σ’ ένα Μάτριξ.

Γιατί λοιπόν απορούμε που ο πραγματικός πλούτος αντικαταστάθηκε από το χωρίς αντίκρυσμα χαρτονόμισμα, από τα δομημένα τοξικά ομόλογα, τα χωρίς εγγυήσεις δάνεια, τα παράγωγα ύψους 700 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, τις αλλεπάλληλες χρηματιστηριακές φούσκες, τις κάθε είδους “δημιουργικές” λογιστικές κομπίνες τραπεζιτών, χρηματιστών και πολιτικών;

Γιατί απορούμε που η πολιτική μεταμορφώθηκε σε μάρκετινγκ, επικοινωνία, δημόσιες σχέσεις, σκάνδαλα και διαφθορά; Που ο δημόσιος διάλογος εκφυλίστηκε σιγά σιγά σε βαρετούς τηλεοπτικούς σκυλοκαυγάδες; Που οι εκπρόσωποι του λαού εκπροσωπούν πλέον μόνο την οργή του. Που η λαϊκή κουλτούρα και τέχνη κατέληξαν στα απύθμενης βλακείας μεσημεριανάδικα; Που η λαμογιά έγινε όραμα και σκοπός ζωής του κάθε Μήτσου που ρεύεται απλωμένος μπροστά στη μικρή οθόνη;

Απ’ τη στιγμή που νοικιάσαμε τα μάτια και τα αυτιά μας σε ιδιωτικά συμφέροντα, απ’ τη στιγμή που εθελοντικά παραδώσαμε το φαντασιακό μας στη χειραγώγηση των golden boys, τί περιμέναμε; Ναι, διαπράξαμε το έσχατο κοινωνικό έγκλημα: Αφήσαμε να χαθεί η επαφή μας με την πραγματικότητα, εκπορνεύσαμε το φαντασιακό μας και για σαράντα χρόνια κατοικούμε μέσα σ’ ένα χυδαίο, κακόγουστο και φτηνιάρικο όνειρο αμερικανικής προελεύσεως.

Αλλά η πραγματικότητα έχει ένα μοναδικό τρόπο να εκδικείται και να επαναφέρει στην τάξη ένα διαταραγμένο κόσμο. Ο τρόπος λέγεται κρίση, κατάρρευση, καταστροφή. Κι αυτή η εκδίκηση δεν αφορά μόνο τη μικρή και ανόητη Ελλάδα. Είναι παγκόσμια, είναι βαθιά, είναι οριστική.

Γιατί η έσχατη ειρωνεία είναι πως αυτό το μαστουρωμένο ταξιδάκι μας στον καταναλωτισμό, στον αχαλίνωτο δανεισμό, στην ξεσαλωμένη και χωρίς όρια “ανάπτυξη”, στην αδιανόητη σε άλλους καιρούς κατασπατάληση πόρων, στα πανάκριβα κιτς των Ολυμπιακών Αγώνων και των χολυγουντιανών γάμων, στα SUV και τα τζακούζι, συνέβη ακριβώς τη στιγμή που ο βιομηχανικός πολιτισμός φτάνει στα ενεργειακά, υλικά και περιβαλλοντικά του όρια. Έχουμε φτάσει στην κορυφή της παραγωγής πετρελαίου, πρώτων υλών και προϊόντων διατροφής. Από εδώ και πέρα μας περιμένουν μόνο κατηφοριές, τη στιγμή μάλιστα που ο παγκόσμιος πληθυσμός συνεχώς αυξάνεται – 6,7 δισεκατομμύρια αυτή τη στιγμή. Το ατροφικό πλέον φαντασιακό μας δεν μας επιτρέπει να δούμε τι θα επακολουθήσει. Ο Δυτικός και παγκοσμιοποιημένος σήμερα πολιτισμός συναντά τελικά τις Ερινύες του.

Μπροστά στη φοβερή κρίση πολιτισμού που αντιμετωπίζουμε, το να ρίχνετε από τις σελίδες σας τα βάρη στον ένα ή τον άλλο πολιτικό ηγέτη της χώρας μας ακούγεται τουλάχιστον φαιδρό. Άλλα θα έπρεπε να μας απασχολούν. Δεν έχει δει κανείς ακόμα το τσουνάμι στον ορίζοντα;

Το τσουνάμι φαινόταν τότε στον ορίζοντα, αλλά τώρα το βλέπουμε να ορθώνεται σαν τοίχος μπροστά μας κι όπου να’ναι θα πέσει στα κεφάλια μας. Στα επτά χρόνια που πέρασαν τα 6,7 δισεκατομμύρια άνθρωποι του 2010 έχουν φτάσει σήμερα αισίως τα 7,5 δισεκατομμύρια με ό,τι αυτό συνεπάγεται (δυστυχία, μεταναστεύσεις πληθυσμών, διακρατική, κρατική, παρακρατική και ατομική βία). Η Ευρώπη βρίσκεται υπό διάλυση, η Αμερική αποσύρεται σιγά σιγά, η παγκόσμια οικονομία αιωρείται επί ξυρού ακμής, το κάποτε αδιανόητο (ο πυρηνικός πόλεμος) έχει αρχίσει να συζητείται ανοιχτά σε πολιτικούς και στρατιωτικούς κύκλους. Και οι Έλληνες όλο και πιο πολύ φτωχαίνουμε μέρα με τη μέρα, η κρατική μας κυριαρχία αμφισβητείται πλέον ανοιχτά από τους Ευρωπαίους (βλ. Γερμανούς) «εταίρους» μας και από τους Νεο-οθωμανούς του Ερντογάν, ενώ οικονομικά, κοινωνικά και γεωπολιτικά έχουμε ξαφνικά βρεθεί σε συνθήκες τέλειας θύελλας.

Επτά χρόνια αργότερα δυστυχώς οι πνευματικοί και πολιτικοί μας ταγοί (πολιτικοί, καθηγητές, δημοσιογράφοι και «διανοούμενοι») δεν έμαθαν τίποτα, δεν είδαν τίποτα, δεν κατάλαβαν τίποτα. Φτωχά, τρομαγμένα αλλά και επηρμένα μυαλά με υπερφυσικές φιλοδοξίες και περίσσια ιδιοτέλεια, συνεχίζουν να αναμασούν τις ίδιες ανοησίες για την ανάπτυξη που όπου να’ναι στρίβει στη γωνία, για την αριστερά που θα κάνει μπλα μπλα μπλα, για τη δεξιά που επίσης θα κάνει μπλα μπλα μπλα, για το λαμπρό ευρωπαϊκό μέλλον(!) που συνεχίζει να μας περιμένει αν κάνουμε όλοι μαζί τα εξής μπλα μπλα μπλα. Και ο λαός; Α, ο λαός! Ο εξυπνότερος λαός στον πλανήτη — έτσι δεν λένε οι συνέλληνές μας; Ο λαός λοιπόν θέλει ησυχία, ευρώ, Survivor και να πέφτει εν τη παλάμη η σύνταξη, έστω και συνεχώς μειούμενη. Ο μακαρίτης ο Βάρναλης θα το έλεγε βέβαια αλλιώς: «Βουβοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα / προσμένουμε ίσως κάποιο θάμα». Και το τσουνάμι; Ποιό τσουνάμι; Πού το είδες το τσουνάμι; Business as usual.

Είχα πει στον εαυτό μου να μη ξαναγράψω, να μη ξαναμιλήσω, να χαρώ την επιβεβλημένη από τους Γερμανούς τεμπελιά μου, να απολαύσω το υπερθέαμα της γύρω μου καταστροφής σε αργή κίνηση. Στο κάτω κάτω της γραφής, θα’πρεπε να νιώθω λίγη ευγνωμοσύνη: Μέσα στην ιστορία δεν ήταν ποτέ πολλοί αυτοί που είχαν το προνόμιο να παρακολουθήσουν εκ του σύνεγγυς το τέλος ενός πολιτισμού. Αλλά να, δεν είμαι μόνο θεατής, αλλά και δράστης (και θύμα) της κοινωνίας μου. Και νομίζω πως έχω μερικές ιδέες που θα ξεκαθαρίσουν κάποια πράγματα, κάποιες πληροφορίες να δώσω, κάποια ενδεχόμενα να συζητήσω. Ίσως μερικά από αυτά να είναι κάπως χρήσιμα στους πιο άξιους και πιο νέους από μένα που θα αρθρώσουν μια μέρα τη νέα μεγάλη αφήγηση για τον αυριανό οίκο του ανθρώπου. Επιπλέον, έχω θυμώσει πολύ με τη βλακεία, την ιδιοτέλεια, την τυφλότητα και την ανικανότητα του πολιτικού προσωπικού αυτής της δυστυχισμένης χώρας και οφείλω κάτι να κάνω, έστω και ασήμαντο.

Έτσι, αγαπητοί μου λιγοστοί επισκέπτες αυτού του μπλογκ, θα με υποστείτε για κάμποσο καιρό ακόμα. Με τακτικές, εβδομαδιαίες αυτή τη φορά, ελπίζω, αναρτήσεις.

~ Gregorius

 

Τροτσκιστές και τραπεζίτες

Το κείμενο που ακολουθεί (αρχικά είχε τη μορφή επιστολής) προέκυψε μετά από συζητήσεις με φίλους πριν τρία-τέσσερα περίπου χρόνια σχετικά με την αυθεντικότητα ή όχι ενός ισπανικού βιβλίου (ή μάλλον κεφαλαίου βιβλίου) που υποτίθεται ότι περιγράφει την ανάκριση του τροτσκιστή Κρίστιαν Ρακόβσκυ κατά τις Δίκες της Μόσχας. Με αφορμή την αναφορά αυτού του γεγονότος σε ένα καινούργιο τότε βιβλίο του δημοσιογράφου Σπύρου Χατζάρα και την, λόγω κρίσεως, επανεμφάνιση των εθνικοσοσιαλιστικών απόψεων για τον ρόλο των τραπεζιτών και των κομμουνιστών (και των Εβραίων βεβαίως) στη διαμόρφωση του σημερινού κόσμου, το ενδιαφέρον ήταν έντονο και οι συζητήσεις ζωηρές. Και εξ όσων είμαι σε θέση να γνωρίζω, τέτοια ζητήματα συνεχίζουν και σήμερα να απασχολούν αρκετούς. Είναι άραγε αληθινά αυτά που υποτίθεται ότι είπε ο Ρακόβσκυ κατά την ανάκρισή του; Κατ’ εμέ, δεν έχει καμία πλέον σημασία εάν είναι ή δεν είναι αληθινά. Η συζήτηση τέτοιων ιστοριών, που ανασύρονται από παλιά συρτάρια και αποπειρώνται να αναβιώσουν γηραλέες ιδεολογίες και μισοξεχασμένες συγκρούσεις, συσκοτίζει αυτό που πραγματικά συμβαίνει στις μέρες μας – τη βαθειά και μη-ανατάξιμη κρίση του βιομηχανικού πολιτισμού. Και το χειρότερο, εμποδίζει κάθε σοβαρή συζήτηση που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ρεαλιστικές πολιτικές για τις πρωτοφανείς συνθήκες φτωχοποίησης και αποανάπτυξης που αντιμετωπίζουμε.

~ Gregorius

—ο—

Από την ανάκριση του Ρακόβσκυ
στις επερχόμενες εκατόμβες

του Gregorius

Ανάμεσα στις πολλές θεωρίες συνωμοσίας που κυκλοφορούν αυτό τον καιρό, ίσως θα πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα το κείμενο της υποτιθέμενης ανάκρισης του Κρίστιαν Ρακόβσκυ, ενός πρωταγωνιστικού προσώπου της μπολσεβίκικης επανάστασης, από τη σοβιετική μυστική αστυνομία (NKVD) το 1938, λίγο πριν δικαστεί στη δίκη των 21, μια από τις περίφημες δίκες της Μόσχας. Μπορεί να δει κανείς αυτό το κείμενο στα αγγλικά στις παρακάτω ιντερνετικές διευθύνσεις — αν και πρόσφατα διαπίστωσα πως το έχουν κατεβάσει:

http://www.scribd.com/doc/34310326/Red-Symphony ή

http://ia700202.us.archive.org/5/items/RedSymphony/RedSymphony.pdf

Το κείμενο αυτό πρωτοδημοσιεύθηκε ως κεφάλαιο XL ενός ισπανικού βιβλίου με τίτλο Sinfonia en Rojo Mayor (Συμφωνία σε Κόκκινο Μείζον) και υποτίθεται πως είναι η ισπανική μετάφραση μιας ρωσικής μετάφρασης της απομαγνητοφώνησης της ανάκρισης που έγινε στα γαλλικά. Η απομαγνητοφώνηση και η μετάφραση στα ρωσικά υποτίθεται πως έγιναν από τον συγγραφέα του βιβλίου, τον γιατρό Γιοσίφ Μαξίμοβιτς Λαντόβσκυ, που ήταν παρών για να χορηγεί κρυφά κάθε τόσο στον ανακρινόμενο κάποιο ελαφρό διεγερτικό μέσα στο ουίσκυ του (ναι, ήταν μια πολύ ασυνήθιστη για τα σταλινικά δεδομένα ανάκριση!)

Το κείμενο έχει περάσει από πολλές γλώσσες – γαλλικά > ρωσικά > ισπανικά > αγγλικά – για να φτάσει σ’ εμάς. Δηλαδή, σαν την ιστορία που αφηγείται η Διοτίμα στην αφήγηση του Σωκράτη στον περί έρωτος διάλογο του Πλάτωνος, υπάρχουν κι εδώ πολλές διαμεσολαβήσεις ανάμεσα στο αρχικό γεγονός (αν έγινε ποτέ) και στη δική μας συνείδηση. Με άλλα λόγια, έχουμε να κάνουμε με μυθικά υλικά. Υπάρχει άραγε αλήθεια (α-λήθεια) πίσω απ’ όλα αυτά;

Συνέχεια

Requiem για ένα πολιτισμό

Η συνεχώς επιδεινούμενη οικονομική κατάρρευση σκεπάζει και κρύβει από τα μάτια των περισσοτέρων τη βαθύτερη τελική κρίση που αντιμετωπίζει ο δυτικός και παγκοσμιοποιημένος πλέον πολιτισμός. Για τον παρατηρητή που τολμάει να δει κατάματα την πραγματικότητα, η οικονομική κατάρρευση είναι απλώς μια πρώιμη μόνο φάση της δραματικής μεταμόρφωσης του κόσμου μας. Εκείνο που φανερά κρίνεται είναι οι ίδιες οι ρίζες του σημερινού πολιτισμού, τα θεμελιακά ιδεολογήματα της προόδου, της ανάπτυξης και του ουμανισμού – τα ζωτικά δηλαδή ψεύδη που οδήγησαν στον βιομηχανισμό, τη μαζική καταναλωτική κοινωνία, τη λεηλασία του περιβάλλοντος και του Τρίτου Κόσμου και την κατασπατάληση μη-ανανεώσιμων ενεργειακών πόρων και πρώτων υλών.

Μαζί με το καταρρέον χρηματοπιστωτικό σύστημα αρχίζει να χάνεται και η πίστη στις παλιές συνταγές της ασυγκράτητης οικονομικής επέκτασης. Το θέαμα των πανικόβλητων ελίτ που μάταια προσπαθούν να αναστήσουν το πτώμα της οικονομίας με ωκεανούς πληθωριστικού χρήματος δείχνει το αδιέξοδο, την ταραχή και τον φόβο των σημαιοφόρων του συστήματος. Τίποτα δεν λειτουργεί πια. Ούτε τα ξόρκια των ελευθεροαγοριτών ούτε τα μαγικά μαντζούνια των κρατικοελεγκτών. Η οικονομία όπως την ξέραμε εξέπνευσε. Και μαζί της ένα ολόκληρο σύμπαν βεβαιοτήτων, αξιών, σχεδίων, προγραμμάτων, σχέσεων, τρόπων ζωής…

Κανείς βέβαια δεν είναι πιο κατάλληλος να μιλήσει για το τέλος του βιομηχανικού πολιτισμού από τον Όσβαλντ Σπένγκλερ – τον Γερμανό συγγραφέα που στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου συνέγραψε το μνημειώδες δίτομο έργο Η Παρακμή της Δύσης. Στον αιώνα που πέρασε από τη συγγραφή της μέχρι σήμερα, Η Παρακμή της Δύσης ήταν ένα tours-de-force στην τραγωδία των πολιτισμών, ένα κρύο ντους ρεαλισμού απέναντι στις ιαχές του Δυτικού τριουμφαλισμού. Σήμερα, που η παραίσθηση της άπειρης ανάπτυξης σ’ ένα μικρό, και πεπερασμένο βεβαίως, πλανήτη χάνεται, Η Παρακμή της Δύσης παραμένει μια θεμελιακή αναφορά για όσους προσπαθούν να καταλάβουν τι πραγματικά συμβαίνει. Μπορεί να τη βρει κανείς στα βιβλιοπωλεία σε μια προσεγμένη έκδοση των εκδόσεων Δαρδάνου και σε μετάφραση και σημειώσεις του Λευτέρη Αναγνώστου.

Στο μεταξύ, και αν δεν είσθε ακόμα έτοιμος/η να αντιμετωπίσετε 1.250+ απαιτητικές και πυκνοτυπωμένες σελίδες, μια μικρή γεύση των θέσεων του Σπένγκλερ μπορεί να σας δώσει το βιβλίο του Άνθρωπος και Τεχνική που σας προσφέρω σήμερα, εννοείται δωρεάν, σε μετάφραση δική μου και σε μορφή pdf. Πρόκειται για ένα μικρό βιβλίο (41 σελίδες Α4) που συνοψίζει μερικές από τις βασικότερες απόψεις του Σπένγκλερ για την ανθρώπινη μοίρα. Μπορείτε να το ανοίξετε κάνοντας κλικ εδώ και να το διασώσετε στον υπολογιστή σας.

Αν μπορεί να βγει μια στάση ζωής για όσους συνειδητοποιούν την τραγικότητα του καιρού μας, μπορεί να τη δει κανείς στο τέλος αυτού του μικρού βιβλίου. “Η αισιοδοξία είναι δειλία”, μας λέει ο Σπένγκλερ. “Μόνο οι ονειροπόλοι πιστεύουν πως υπάρχει διέξοδος”. Και κλείνει το σύντομο αυτό βιβλίο του με έναν ύμνο στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια:

Γεννηθήκαμε αυτό τον καιρό και πρέπει με γενναιότητα να ακολουθήσουμε το μονοπάτι για το μοιραίο τέλος. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Καθήκον μας είναι να υπερασπίσουμε το χαμένο μετερίζι, χωρίς ελπίδα σωτηρίας, σαν τον Ρωμαίο εκείνο στρατιώτη που τα κόκαλά του βρέθηκαν μπροστά από μια πόρτα στην Πομπηία — κατά την έκρηξη του Βεζούβιου είχε πεθάνει στο πόστο του επειδή ξέχασαν να τον ανακαλέσουν. Αυτό θα πει μεγαλείο. Αυτό θα πει να είναι κανείς καθαρόαιμο. Το τιμημένο τέλος είναι το μόνο που δεν μπορεί να αφαιρεθεί από τον άνθρωπο.

Μια διπλή θανάσιμη κληρονομιά

Αν δεν ήταν τραγική ως προς τις επιπτώσεις της, θα ήταν διασκεδαστική η επιμονή των οικονομολόγων στις βαρύγδουπες λογιστικές αφαιρέσεις τους: Όταν ένας πόρος ακριβαίνει ή γίνεται δυσεύρετος, μας λένε, τότε οι παραγωγοί στρέφονται σε άλλους φθηνότερους πόρους ή βρίσκουν άλλες τεχνολογικές λύσεις. Από τα ύψη του ελεφάντινου πύργου της ακαδημαϊκής νομενκλατούρας, η σκέψη αυτή ακούγεται άψογη. Όταν, φερ’ ειπείν, σου λείπει το πετρέλαιο, κάνεις έτσι και αγοράζεις φυσικό αέριο. Κι όταν αυτό ακριβαίνει πολύ, πατάς ένα κουμπί και μπαίνεις σε τεχνολογικούς παραδείσους, ένθα ουκ έστι ενεργειακή έλλειψη: Να πυρηνικά εργοστάσια παραγωγής ενέργειας, να φωτοκύτταρα στη Σαχάρα, να ενέργεια μηδενικού σημείου και να ό,τι άλλο βγει από το μεγάλο κουτί των παραισθήσεων. Καταπληκτικά πράγματα.

Στον πραγματικό πλανήτη Γη, όμως, οι πόροι είναι πεπερασμένοι. Υπάρχει τόσο πετρέλαιο και ούτε ένα βαρέλι περισσότερο. Υπάρχει τόσο αέριο και ούτε ένα κυβικό μέτρο παραπάνω. Κι απ’ αυτά έχουμε ήδη καταναλώσει τα μισά. Τα πυρηνικά εργοστάσια κάποια στιγμή παράγουν Τσερνόμπιλ και Φουκουσίμες και μαζί με τα φωτοκύτταρα και τις ανεμογεννήτριες δεν μπορούν με τίποτα να χορτάσουν την ακόρεστη ενεργειακή πείνα του αδηφάγου καπιταλισμού. Όσο για τη δωρεάν κβαντική ενέργεια του μηδενικού σημείου, ε, αφήστε το καλύτερα. Στον πραγματικό λοιπόν κόσμο, όταν δεν έχεις έναν αναγκαίο πόρο (π.χ. νερό, πετρέλαιο ή γεωργική γη) ή όταν είναι πολύ ακριβός, ποτέ δεν κάνεις αυτά που εισηγείται η προπαγάνδα που λέγεται οικονομολογία. Δεν υπάρχουν υποκατάστατα πόρων και όλοι μαζί οι πόροι είτε λιγοστεύουν είτε δεν επαρκούν να ικανοποιήσουν την τερατώδη ζήτηση. Αυτό που κάνεις είναι απλό, ξεκάθαρο και ιστορικά δοκιμασμένο: Τον αρπάζεις από τον γείτονά σου – εφ’ όσον φυσικά μπορείς. Κι αν αυτό δεν το επιτρέπει ανοιχτά η πολυδιαφημισμένη πολιτική ορθότητα του καιρού μας, περιμένετε λίγο και θα το δείτε κι αυτό. Οι πόλεμοι των πόρων πάντα υπήρχαν (λόγου χάρη, τί άλλο ήταν η αποικιοκρατία;), αλλά σε λίγο δεν θα χρειάζεται να τηρούνται ούτε τα προσχήματα.

Καθώς ο κόσμος μας καταβαίνει στη μεταβιομηχανική εποχή, κουβαλάει μαζί του τη διπλή θανάσιμη κληρονομιά του καπιταλισμού: Μειούμενους φυσικούς πόρους και κλιματική αλλαγή. Αυτή τη διπλή κληρονομιά εξετάζει  στο άρθρο που ακολουθεί ο Michael Klare, συγγραφέας των βιβλίων Blood and Oil και The Race for What’s Left

~ Gregorius

Συνέχεια

Το εξαφανιζόμενο μέλλον

Και το αύριο δεν μπορεί να φέρει
Παρά μονάχα τη ματιά της Μέδουσας,
Κατάπληκτα χρόνια σ’ ανέμους κακούς,
Ήχους σαλπίγγων σε δάση καμένα.
~ Σπύρος Μάνδρος, Μητρόπολη, 1981

Μια εικόνα: Φαντασθήτε τον χρόνο σαν ένα ωκεάνιο κύμα που ορμάει ασυγκράτητο προς κάπου. Πίσω του μένουν τα απόνερα του αναλλοίωτου και παντοτεινού παρελθόντος, ενώ μπροστά ξανοίγονται οι μυστηριώδεις, αχανείς κι ακατανόητες εκτάσεις του μέλλοντος. Η αφρισμένη κορυφή του κύματος είναι το ακόμα πιο μυστηριώδες παρόν, όπου βρίσκεται αλυσοδεμένος ο καθένας μας, καταδικασμένος να σερφάρει ισόβια.

Φιλοσοφικά, η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά της έννοιας του χρόνου είναι ίσως το φευγαλέο και αιώνια παρόν παρόν, αλλά εκείνο που μας ανησυχεί και μας απασχολεί είναι το μέλλον. “Τί μας επιφυλάσσει το μέλλον; Τί κρύβει το μέλλον; Το φωτεινό, το σκοτεινό, το αόρατο μέλλον…” Τέτοια ερωτήματα μας βασανίζουν απ’ την αυγή της Ιστορίας και τροφοδοτούν τις προφητικές μας τέχνες, τα μεταφυσικά μας οράματα, τους πολιτικούς μας αγώνες, τις καθημερινές μας προσπάθειες, τη λαχτάρα να διασφαλίσουμε τα παιδιά μας. Η αγωνία για το αύριο είναι θεμελιώδες συστατικό της ύπαρξής μας. Στο κάτω κάτω της γραφής, ξέρουμε πως η μόνη σίγουρη έκβαση του μέλλοντος κάποια στιγμή είναι το προσωπικό μας τέλος και — κρίνοντας από την Ιστορία — το εξίσου σίγουρο τέλος του πολιτισμού μας. Έχουμε κάθε λόγο να ανησυχούμε.

Συνέχεια