Μια διπλή θανάσιμη κληρονομιά

Αν δεν ήταν τραγική ως προς τις επιπτώσεις της, θα ήταν διασκεδαστική η επιμονή των οικονομολόγων στις βαρύγδουπες λογιστικές αφαιρέσεις τους: Όταν ένας πόρος ακριβαίνει ή γίνεται δυσεύρετος, μας λένε, τότε οι παραγωγοί στρέφονται σε άλλους φθηνότερους πόρους ή βρίσκουν άλλες τεχνολογικές λύσεις. Από τα ύψη του ελεφάντινου πύργου της ακαδημαϊκής νομενκλατούρας, η σκέψη αυτή ακούγεται άψογη. Όταν, φερ’ ειπείν, σου λείπει το πετρέλαιο, κάνεις έτσι και αγοράζεις φυσικό αέριο. Κι όταν αυτό ακριβαίνει πολύ, πατάς ένα κουμπί και μπαίνεις σε τεχνολογικούς παραδείσους, ένθα ουκ έστι ενεργειακή έλλειψη: Να πυρηνικά εργοστάσια παραγωγής ενέργειας, να φωτοκύτταρα στη Σαχάρα, να ενέργεια μηδενικού σημείου και να ό,τι άλλο βγει από το μεγάλο κουτί των παραισθήσεων. Καταπληκτικά πράγματα.

Στον πραγματικό πλανήτη Γη, όμως, οι πόροι είναι πεπερασμένοι. Υπάρχει τόσο πετρέλαιο και ούτε ένα βαρέλι περισσότερο. Υπάρχει τόσο αέριο και ούτε ένα κυβικό μέτρο παραπάνω. Κι απ’ αυτά έχουμε ήδη καταναλώσει τα μισά. Τα πυρηνικά εργοστάσια κάποια στιγμή παράγουν Τσερνόμπιλ και Φουκουσίμες και μαζί με τα φωτοκύτταρα και τις ανεμογεννήτριες δεν μπορούν με τίποτα να χορτάσουν την ακόρεστη ενεργειακή πείνα του αδηφάγου καπιταλισμού. Όσο για τη δωρεάν κβαντική ενέργεια του μηδενικού σημείου, ε, αφήστε το καλύτερα. Στον πραγματικό λοιπόν κόσμο, όταν δεν έχεις έναν αναγκαίο πόρο (π.χ. νερό, πετρέλαιο ή γεωργική γη) ή όταν είναι πολύ ακριβός, ποτέ δεν κάνεις αυτά που εισηγείται η προπαγάνδα που λέγεται οικονομολογία. Δεν υπάρχουν υποκατάστατα πόρων και όλοι μαζί οι πόροι είτε λιγοστεύουν είτε δεν επαρκούν να ικανοποιήσουν την τερατώδη ζήτηση. Αυτό που κάνεις είναι απλό, ξεκάθαρο και ιστορικά δοκιμασμένο: Τον αρπάζεις από τον γείτονά σου – εφ’ όσον φυσικά μπορείς. Κι αν αυτό δεν το επιτρέπει ανοιχτά η πολυδιαφημισμένη πολιτική ορθότητα του καιρού μας, περιμένετε λίγο και θα το δείτε κι αυτό. Οι πόλεμοι των πόρων πάντα υπήρχαν (λόγου χάρη, τί άλλο ήταν η αποικιοκρατία;), αλλά σε λίγο δεν θα χρειάζεται να τηρούνται ούτε τα προσχήματα.

Καθώς ο κόσμος μας καταβαίνει στη μεταβιομηχανική εποχή, κουβαλάει μαζί του τη διπλή θανάσιμη κληρονομιά του καπιταλισμού: Μειούμενους φυσικούς πόρους και κλιματική αλλαγή. Αυτή τη διπλή κληρονομιά εξετάζει  στο άρθρο που ακολουθεί ο Michael Klare, συγγραφέας των βιβλίων Blood and Oil και The Race for What’s Left

~ Gregorius

Συνέχεια

Advertisements

Το εξαφανιζόμενο μέλλον

Και το αύριο δεν μπορεί να φέρει
Παρά μονάχα τη ματιά της Μέδουσας,
Κατάπληκτα χρόνια σ’ ανέμους κακούς,
Ήχους σαλπίγγων σε δάση καμένα.
~ Σπύρος Μάνδρος, Μητρόπολη, 1981

Μια εικόνα: Φαντασθήτε τον χρόνο σαν ένα ωκεάνιο κύμα που ορμάει ασυγκράτητο προς κάπου. Πίσω του μένουν τα απόνερα του αναλλοίωτου και παντοτεινού παρελθόντος, ενώ μπροστά ξανοίγονται οι μυστηριώδεις, αχανείς κι ακατανόητες εκτάσεις του μέλλοντος. Η αφρισμένη κορυφή του κύματος είναι το ακόμα πιο μυστηριώδες παρόν, όπου βρίσκεται αλυσοδεμένος ο καθένας μας, καταδικασμένος να σερφάρει ισόβια.

Φιλοσοφικά, η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά της έννοιας του χρόνου είναι ίσως το φευγαλέο και αιώνια παρόν παρόν, αλλά εκείνο που μας ανησυχεί και μας απασχολεί είναι το μέλλον. “Τί μας επιφυλάσσει το μέλλον; Τί κρύβει το μέλλον; Το φωτεινό, το σκοτεινό, το αόρατο μέλλον…” Τέτοια ερωτήματα μας βασανίζουν απ’ την αυγή της Ιστορίας και τροφοδοτούν τις προφητικές μας τέχνες, τα μεταφυσικά μας οράματα, τους πολιτικούς μας αγώνες, τις καθημερινές μας προσπάθειες, τη λαχτάρα να διασφαλίσουμε τα παιδιά μας. Η αγωνία για το αύριο είναι θεμελιώδες συστατικό της ύπαρξής μας. Στο κάτω κάτω της γραφής, ξέρουμε πως η μόνη σίγουρη έκβαση του μέλλοντος κάποια στιγμή είναι το προσωπικό μας τέλος και — κρίνοντας από την Ιστορία — το εξίσου σίγουρο τέλος του πολιτισμού μας. Έχουμε κάθε λόγο να ανησυχούμε.

Συνέχεια

Η χαρά της εθνικής χρεωκοπίας

Μάλλον η θλίψη της εθνικής χρεωκοπίας. Ο Ντμίτρυ Ορλόφ είναι Ρώσος συγγραφέας που ζει στις ΗΠΑ. Έγινε γνωστός με το βιβλίο του Reinventing Collapse (Ξαναεφευρίσκοντας την κατάρρευση), όπου περιγράφει την πολιτική και οικονομική κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, όπως ο ίδιος την έζησε, και προβάλλει την εμπειρία του στη διαφαινόμενη αμερικανική κατάρρευση. Παρουσιάζει τις απόψεις του στο μπλογκ ClubOrlov. Με τη σύντομη αυτή εισαγωγή του σε μια μελέτη του Ντέιβιντ Κόροβιτς επιβεβαιώνει τις απόψεις του για την επικείμενη κατάρρευση της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Ο Κόροβιτς είναι Ιρλανδός και βιώνει κατά παρόμοιο μ’ εμάς τρόπο την οικονομικοπολιτική κατάρρευση της χώρας του. Τα εντυπωσιακά άρθρα και μελέτες του στο έξοχο ιρλανδικό site και δεξαμενή σκέψης Feasta αναλύουν τα οξύτατα προβλήματα των παγκοσμιοποιημένων μας αλληλεξαρτήσεων και επισημαίνουν το λίαν πιθανό ενδεχόμενο μιας αιφνίδιας παγκόσμιας συστημικής κατάρρευσης.

Μπορείτε να δείτε και ένα ακόμα κείμενο του Κόροβιτς με τίτλο Στα όρια της ανάπτυξης, μεταφρασμένο στα ελληνικά, όπου ο συγγραφέας εξηγεί με απλά λόγια τις θέσεις του.

~ Gregorius

o o o

του Dmitry Orlov

Οι 78 σελίδες της σοβαρής και κάπως φορτωμένης με ορολογίες μελέτης του Ντέιβιντ Κόροβιτς (David Korowicz) με τίτλο Trade Off: Financial system supply-chain cross contagion – a study in global systemic collapse δεν είναι γρήγορο ή εύκολο ανάγνωσμα, αλλά είναι ένα πολύ σημαντικό ανάγνωσμα. Διευκρινίζει πολύ καλά την έννοια της αλλεπάλληλης χρεωκοπίας, κατά την οποία η χρηματοπιστωτική κατάρρευση αναπόδραστα οδηγεί σε πολιτική και οικονομική κατάρρευση χωρίς δυνατότητα συγκράτησης αυτής της διαδικασίας ή έστω αλλαγής της πορείας της. Ίσως αυτό να ακούγεται σαν μια πολύ απαισιόδοξη θέση και πράγματι είναι πολύ δύσκολο να φανταστούμε ότι θα μπορούσε να προκαλέσει μια χαρούμενη αντίδραση σε οποιοδήποτε άτομο με σώας τας φρένας του. Αλλά σ’ εκείνους που θεωρούν πολύ σημαντικό να καταλάβουν τι συμβαίνει, ο Κόροβιτς προσφέρει μια μεγάλη δόση ρεαλισμού. Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να προειδοποιήσουμε: “Εγκαταλείψτε κάθε αισιοδοξία εσείς που εισέρχεστε εδώ!”[1]

Συνέχεια

Στη Ζώνη του Λυκόφωτος

Η οικο­νο­μική κρίση στη χώρα μας και διε­θνώς τρα­βάει σε μάκρος και που­θενά δεν φαί­νε­ται “το φως στην άκρη του τού­νελ”. Αντί­θετα, η κρίση βαθαί­νει όλο και περισ­σό­τερο και πλη­θαί­νουν οι χώρες που πλη­σιά­ζουν στη δική μας δεινή θέση (προς το παρόν πάντως παρα­μέ­νουμε πρω­το­πό­ροι). Αλλά πάντοτε η ελπίδα πεθαί­νει τελευ­ταία κι έτσι κάθε φορά τα μέτρα λιτό­τη­τας που επι­βάλ­λουν οι κυβερ­νή­σεις και τα υπε­ρε­θνικά διευ­θυ­ντή­ρια είναι πάντοτε τα “τελευ­ταία” και η περι­πό­θητη ανά­πτυξη όπου να ’ναι θα φανεί στη γωνία. Έρχε­ται πράγ­ματι η ανά­πτυξη, όπως μας δια­βε­βαιώ­νουν πολι­τι­κοί και κόμ­ματα, τρα­πε­ζί­τες και Ευρω­παίοι επί­τρο­ποι; Ή μήπως θα πρέ­πει να σκε­φτούμε το μέχρι πρό­τι­νος αδια­νό­ητο – ότι η οικο­νο­μία της ανά­πτυ­ξης τελεί­ωσε κι έχουμε μπει σε μια νέα ιστο­ρική περί­οδο απο­α­νά­πτυ­ξης με άδηλη έκβαση;

Φιλο­ξε­νούμε σήμερα ένα άρθρο του Νταί­η­βιντ Κόρο­βιτς (David Korowicz) με τίτλο Στα όρια της ανά­πτυ­ξης. Ο συγ­γρα­φέας είναι Ιρλαν­δός, άρα βιώ­νει ένα παρό­μοιο μ’ εμάς δράμα και είναι έτσι σε θέση να γνω­ρί­ζει από πρώτο χέρι τι σημαί­νει να βου­λιά­ζει μια κοι­νω­νία και μια οικο­νο­μία. Και ύστερα από τόσα χρό­νια “λιτό­τη­τας” στη χώρα του, όπως και στην Ελλάδα, βλέ­πει πια χωρίς αυτα­πά­τες ότι η βασική πηγή των βασά­νων μας είναι η σύγκρουση ανά­μεσα στις ατο­μι­κές και συλ­λο­γι­κές μας προσ­δο­κίες (τις συντά­ξεις και την αγο­ρα­στική μας δύναμη, την εργα­σία και τις απο­τα­μιεύ­σεις μας, τις υπη­ρε­σίες υγείας και εκπαί­δευ­σης) και στο τι μπο­ρούμε να έχουμε πλέον. “Έχουμε συνη­θί­σει”, γρά­φει ο Κόρο­βιτς, “στην καθη­συ­χα­στική σκέψη ότι στο τέλος κάθε οικο­νο­μι­κής ύφε­σης, όσο βαθιά ή παρα­τε­τα­μένη κι αν είναι, η ανά­πτυξη και η ευη­με­ρία θα απο­γειω­θούν και πάλι. Έχουμε την αίσθηση πως η οικο­νο­μική ανά­πτυξη, αν και ιδιό­τροπη καμιά φορά, είναι η φυσική τάξη του κόσμου”. Φαί­νε­ται όμως πως η “φυσική τάξη του κόσμου” μας έχει διαταραχθεί…

“Όποιες κι αν είναι οι οικο­νο­μι­κές συμ­φο­ρές της Ιρλαν­δίας [και της Ελλά­δας], η πραγ­μα­τική φού­σκα χρέ­ους είναι παγκό­σμια”, σημειώ­νει επί­σης. Και εκεί ακρι­βώς βρί­σκε­ται η αιτία των δει­νών μας: Είμα­στε εξαρ­τη­μέ­νοι για την επι­βί­ωσή μας από ένα πυκνό δίκτυο παγκο­σμιο­ποι­η­μέ­νων αλλη­λε­ξαρ­τή­σεων. Δεν υπάρ­χει πια τοπική οικο­νο­μία για να κατα­φύ­γουμε σ’ αυτήν τώρα που η παγκο­σμιο­ποι­η­μένη οικο­νο­μία κλυ­δω­νί­ζε­ται και γονα­τί­ζει. Το δράμα που ζούμε είναι τοπικό και προ­σω­πικό, αλλά οι αιτίες του είναι παγκό­σμιες. Και καθώς το παγκο­σμιο­ποι­η­μένο χρη­μα­το­πι­στω­τικό σύστημα – ή καπι­τα­λι­στικό ή βιο­μη­χα­νικό ή πλου­το­κρα­τικό ή δικτα­το­ρία των τρα­πε­ζι­τών, πείτε το όπως θέλετε – συνα­ντά τις Ερι­νύες του, όλοι μαζί, άνθρω­ποι, επι­χει­ρή­σεις, κράτη, θεσμοί, μπαί­νουμε σε μια θανά­σιμη δίνη. Πού οφεί­λε­ται όμως η παγκο­σμιο­ποι­η­μένη οικο­νο­μική φού­σκα; Ο Κόρο­βιτς υπο­στη­ρί­ζει ότι αιτία είναι η σύγκλιση των ενερ­γεια­κών και περι­βαλ­λο­ντι­κών ορίων της ανθρώ­πι­νης οικο­νο­μίας (παρα­έ­γινε μεγάλη για τον μικρό πλα­νήτη μας) με τα βαθύ­τατα προ­βλή­ματα ενός ετοι­μόρ­ρο­που νομι­σμα­τι­κού και χρη­μα­το­πι­στω­τι­κού συστή­μα­τος. Έχουμε από τη μια πλευρά την κορύ­φωση της παγκό­σμιας παρα­γω­γής πετρε­λαίου (Peak Oil), την κορύ­φωση της παρα­γω­γής τρο­φί­μων, την κορύ­φωση της παρα­γω­γής βασι­κών ορυ­κτών και τη μαζική μόλυνση του ανθρώ­πι­νου περι­βάλ­λο­ντος με τα από­βλητα του θερ­μο­δυ­να­μι­κού συστή­μα­τος της παγκο­σμιο­ποι­η­μέ­νης οικο­νο­μίας. Και έχουμε από την άλλη ένα τρα­πε­ζικό και χρη­μα­το­πι­στω­τικό σύστημα προ­σα­να­το­λι­σμένο στην ανά­πτυξη, όταν η ανά­πτυξη φανερά δεν είναι πλέον δυνατή, βου­λιαγ­μένο στα χρέη και ουσια­στικά χρε­ω­κο­πη­μένο, που πάνω του επι­κρέ­με­ται ο τερά­στιος όγκος των παρα­γώ­γων συμ­βο­λαίων – με δεκα­πλά­σια ή εικο­σα­πλά­σια αξία από τη παγκό­σμια οικο­νο­μία! Μέσα σ’ αυτές τις μυλό­πε­τρες αλέ­θε­ται πλέον η ζωή και τα σχέ­διά μας, οι προσ­δο­κίες και η καθη­με­ρι­νό­τητά μας.

Πόσο μπο­ρεί να κρα­τή­σει ακόμα αυτή η κατά­σταση; “Είναι οξύ­μωρο να λέμε πως μπο­ρούμε να κάνουμε για πάντα κάτι μη-βιώσιμο”, γρά­φει ο Κόρο­βιτς. Όλο και κάτι μπο­ρεί να συμ­βεί, ένα αιφ­νί­διο γεγο­νός, μια απρό­βλε­πτη επί­πτωση ενερ­γειών ρου­τί­νας, μια ξαφ­νική πολι­τική από­φαση κάπου στον πλα­νήτη, ένας “Μαύ­ρος Κύκνος” μπο­ρεί να πετά­ξει – όπως ονο­μά­ζουν οι χρη­μα­τι­στές τέτοια απρό­βλε­πτα συμ­βά­ντα – και το χρη­μα­το­πι­στω­τικό σύστημα μπο­ρεί να παγώ­σει, έστω και για λίγες μέρες. Και η μόλυνση μπο­ρεί να μετα­δο­θεί στα παγκο­σμιο­ποι­η­μένα δίκτυα τρο­φο­δο­σίας που δια­κι­νούν τρό­φιμα, φάρ­μακα, ανταλ­λα­κτικά, προ­ϊ­ό­ντα, εξαρ­τή­ματα και πρώ­τες ύλες και ανά­λογα με τη σοβα­ρό­τητά της μπο­ρεί να μας δημιουρ­γή­σει υπαρ­ξιακά προ­βλή­ματα, επι­σι­τι­στι­κές και ανθρω­πι­στι­κές κρί­σεις και ποιός ξέρει τι άλλο. Η αλή­θεια είναι πως ζούμε σε ένα ετοι­μόρ­ροπο σύστημα χωρίς στον ορί­ζο­ντα να δια­φαί­νε­ται η δυνα­τό­τητα επι­στρο­φής στον “παλιό καλό καιρό”. Ίσως σιγά σιγά θα πρέ­πει να αρχί­σουμε να ξεχνάμε τη μαγική λέξη “ανά­πτυξη” και να ανα­ζη­τή­σουμε άλλες λύσεις.

Παρά τη ζοφερή πραγ­μα­τι­κό­τητα που απο­κα­λύ­πτει, ο Κόρο­βιτς δια­τη­ρεί κάποια αισιο­δο­ξία. Γράφει:

Ναι, μπο­ρούμε και θα χτί­σουμε τοπι­κές λίγο πολύ οικο­νο­μίες από τα ερεί­πια της παγκο­σμιο­ποι­η­μέ­νης οικο­νο­μίας. Θα είναι μια πολύ πιο φτωχή οικο­νο­μία όπου θα έχουμε χάσει πολλά από αυτά που θεω­ρούμε αυτο­νό­ητα. Αλλά θα μπο­ρεί να μας προ­σφέ­ρει μια καλή ζωή, όπου οι βασι­κές μας ανά­γκες θα καλύ­πτο­νται, όπου η ζωή μας θα μπο­ρεί να έχει νόημα και όπου θα μπο­ρούμε να βρούμε ένα πλού­σιο έδα­φος εμπειρίας.

Αλλά αυτό που τον προ­βλη­μα­τί­ζει είναι τι θα συμ­βεί στο μεσο­διά­στημα μέχρι να επι­στρέ­ψουμε στις τοπι­κές οικο­νο­μίες. Προ­φα­νώς έχουμε μπει στη Ζώνη του Λυκό­φω­τος.

~ Gregorius

Συνέχεια