Στη Ζώνη του Λυκόφωτος

Η οικο­νο­μική κρίση στη χώρα μας και διε­θνώς τρα­βάει σε μάκρος και που­θενά δεν φαί­νε­ται “το φως στην άκρη του τού­νελ”. Αντί­θετα, η κρίση βαθαί­νει όλο και περισ­σό­τερο και πλη­θαί­νουν οι χώρες που πλη­σιά­ζουν στη δική μας δεινή θέση (προς το παρόν πάντως παρα­μέ­νουμε πρω­το­πό­ροι). Αλλά πάντοτε η ελπίδα πεθαί­νει τελευ­ταία κι έτσι κάθε φορά τα μέτρα λιτό­τη­τας που επι­βάλ­λουν οι κυβερ­νή­σεις και τα υπε­ρε­θνικά διευ­θυ­ντή­ρια είναι πάντοτε τα “τελευ­ταία” και η περι­πό­θητη ανά­πτυξη όπου να ’ναι θα φανεί στη γωνία. Έρχε­ται πράγ­ματι η ανά­πτυξη, όπως μας δια­βε­βαιώ­νουν πολι­τι­κοί και κόμ­ματα, τρα­πε­ζί­τες και Ευρω­παίοι επί­τρο­ποι; Ή μήπως θα πρέ­πει να σκε­φτούμε το μέχρι πρό­τι­νος αδια­νό­ητο – ότι η οικο­νο­μία της ανά­πτυ­ξης τελεί­ωσε κι έχουμε μπει σε μια νέα ιστο­ρική περί­οδο απο­α­νά­πτυ­ξης με άδηλη έκβαση;

Φιλο­ξε­νούμε σήμερα ένα άρθρο του Νταί­η­βιντ Κόρο­βιτς (David Korowicz) με τίτλο Στα όρια της ανά­πτυ­ξης. Ο συγ­γρα­φέας είναι Ιρλαν­δός, άρα βιώ­νει ένα παρό­μοιο μ’ εμάς δράμα και είναι έτσι σε θέση να γνω­ρί­ζει από πρώτο χέρι τι σημαί­νει να βου­λιά­ζει μια κοι­νω­νία και μια οικο­νο­μία. Και ύστερα από τόσα χρό­νια “λιτό­τη­τας” στη χώρα του, όπως και στην Ελλάδα, βλέ­πει πια χωρίς αυτα­πά­τες ότι η βασική πηγή των βασά­νων μας είναι η σύγκρουση ανά­μεσα στις ατο­μι­κές και συλ­λο­γι­κές μας προσ­δο­κίες (τις συντά­ξεις και την αγο­ρα­στική μας δύναμη, την εργα­σία και τις απο­τα­μιεύ­σεις μας, τις υπη­ρε­σίες υγείας και εκπαί­δευ­σης) και στο τι μπο­ρούμε να έχουμε πλέον. “Έχουμε συνη­θί­σει”, γρά­φει ο Κόρο­βιτς, “στην καθη­συ­χα­στική σκέψη ότι στο τέλος κάθε οικο­νο­μι­κής ύφε­σης, όσο βαθιά ή παρα­τε­τα­μένη κι αν είναι, η ανά­πτυξη και η ευη­με­ρία θα απο­γειω­θούν και πάλι. Έχουμε την αίσθηση πως η οικο­νο­μική ανά­πτυξη, αν και ιδιό­τροπη καμιά φορά, είναι η φυσική τάξη του κόσμου”. Φαί­νε­ται όμως πως η “φυσική τάξη του κόσμου” μας έχει διαταραχθεί…

“Όποιες κι αν είναι οι οικο­νο­μι­κές συμ­φο­ρές της Ιρλαν­δίας [και της Ελλά­δας], η πραγ­μα­τική φού­σκα χρέ­ους είναι παγκό­σμια”, σημειώ­νει επί­σης. Και εκεί ακρι­βώς βρί­σκε­ται η αιτία των δει­νών μας: Είμα­στε εξαρ­τη­μέ­νοι για την επι­βί­ωσή μας από ένα πυκνό δίκτυο παγκο­σμιο­ποι­η­μέ­νων αλλη­λε­ξαρ­τή­σεων. Δεν υπάρ­χει πια τοπική οικο­νο­μία για να κατα­φύ­γουμε σ’ αυτήν τώρα που η παγκο­σμιο­ποι­η­μένη οικο­νο­μία κλυ­δω­νί­ζε­ται και γονα­τί­ζει. Το δράμα που ζούμε είναι τοπικό και προ­σω­πικό, αλλά οι αιτίες του είναι παγκό­σμιες. Και καθώς το παγκο­σμιο­ποι­η­μένο χρη­μα­το­πι­στω­τικό σύστημα – ή καπι­τα­λι­στικό ή βιο­μη­χα­νικό ή πλου­το­κρα­τικό ή δικτα­το­ρία των τρα­πε­ζι­τών, πείτε το όπως θέλετε – συνα­ντά τις Ερι­νύες του, όλοι μαζί, άνθρω­ποι, επι­χει­ρή­σεις, κράτη, θεσμοί, μπαί­νουμε σε μια θανά­σιμη δίνη. Πού οφεί­λε­ται όμως η παγκο­σμιο­ποι­η­μένη οικο­νο­μική φού­σκα; Ο Κόρο­βιτς υπο­στη­ρί­ζει ότι αιτία είναι η σύγκλιση των ενερ­γεια­κών και περι­βαλ­λο­ντι­κών ορίων της ανθρώ­πι­νης οικο­νο­μίας (παρα­έ­γινε μεγάλη για τον μικρό πλα­νήτη μας) με τα βαθύ­τατα προ­βλή­ματα ενός ετοι­μόρ­ρο­που νομι­σμα­τι­κού και χρη­μα­το­πι­στω­τι­κού συστή­μα­τος. Έχουμε από τη μια πλευρά την κορύ­φωση της παγκό­σμιας παρα­γω­γής πετρε­λαίου (Peak Oil), την κορύ­φωση της παρα­γω­γής τρο­φί­μων, την κορύ­φωση της παρα­γω­γής βασι­κών ορυ­κτών και τη μαζική μόλυνση του ανθρώ­πι­νου περι­βάλ­λο­ντος με τα από­βλητα του θερ­μο­δυ­να­μι­κού συστή­μα­τος της παγκο­σμιο­ποι­η­μέ­νης οικο­νο­μίας. Και έχουμε από την άλλη ένα τρα­πε­ζικό και χρη­μα­το­πι­στω­τικό σύστημα προ­σα­να­το­λι­σμένο στην ανά­πτυξη, όταν η ανά­πτυξη φανερά δεν είναι πλέον δυνατή, βου­λιαγ­μένο στα χρέη και ουσια­στικά χρε­ω­κο­πη­μένο, που πάνω του επι­κρέ­με­ται ο τερά­στιος όγκος των παρα­γώ­γων συμ­βο­λαίων – με δεκα­πλά­σια ή εικο­σα­πλά­σια αξία από τη παγκό­σμια οικο­νο­μία! Μέσα σ’ αυτές τις μυλό­πε­τρες αλέ­θε­ται πλέον η ζωή και τα σχέ­διά μας, οι προσ­δο­κίες και η καθη­με­ρι­νό­τητά μας.

Πόσο μπο­ρεί να κρα­τή­σει ακόμα αυτή η κατά­σταση; “Είναι οξύ­μωρο να λέμε πως μπο­ρούμε να κάνουμε για πάντα κάτι μη-βιώσιμο”, γρά­φει ο Κόρο­βιτς. Όλο και κάτι μπο­ρεί να συμ­βεί, ένα αιφ­νί­διο γεγο­νός, μια απρό­βλε­πτη επί­πτωση ενερ­γειών ρου­τί­νας, μια ξαφ­νική πολι­τική από­φαση κάπου στον πλα­νήτη, ένας “Μαύ­ρος Κύκνος” μπο­ρεί να πετά­ξει – όπως ονο­μά­ζουν οι χρη­μα­τι­στές τέτοια απρό­βλε­πτα συμ­βά­ντα – και το χρη­μα­το­πι­στω­τικό σύστημα μπο­ρεί να παγώ­σει, έστω και για λίγες μέρες. Και η μόλυνση μπο­ρεί να μετα­δο­θεί στα παγκο­σμιο­ποι­η­μένα δίκτυα τρο­φο­δο­σίας που δια­κι­νούν τρό­φιμα, φάρ­μακα, ανταλ­λα­κτικά, προ­ϊ­ό­ντα, εξαρ­τή­ματα και πρώ­τες ύλες και ανά­λογα με τη σοβα­ρό­τητά της μπο­ρεί να μας δημιουρ­γή­σει υπαρ­ξιακά προ­βλή­ματα, επι­σι­τι­στι­κές και ανθρω­πι­στι­κές κρί­σεις και ποιός ξέρει τι άλλο. Η αλή­θεια είναι πως ζούμε σε ένα ετοι­μόρ­ροπο σύστημα χωρίς στον ορί­ζο­ντα να δια­φαί­νε­ται η δυνα­τό­τητα επι­στρο­φής στον “παλιό καλό καιρό”. Ίσως σιγά σιγά θα πρέ­πει να αρχί­σουμε να ξεχνάμε τη μαγική λέξη “ανά­πτυξη” και να ανα­ζη­τή­σουμε άλλες λύσεις.

Παρά τη ζοφερή πραγ­μα­τι­κό­τητα που απο­κα­λύ­πτει, ο Κόρο­βιτς δια­τη­ρεί κάποια αισιο­δο­ξία. Γράφει:

Ναι, μπο­ρούμε και θα χτί­σουμε τοπι­κές λίγο πολύ οικο­νο­μίες από τα ερεί­πια της παγκο­σμιο­ποι­η­μέ­νης οικο­νο­μίας. Θα είναι μια πολύ πιο φτωχή οικο­νο­μία όπου θα έχουμε χάσει πολλά από αυτά που θεω­ρούμε αυτο­νό­ητα. Αλλά θα μπο­ρεί να μας προ­σφέ­ρει μια καλή ζωή, όπου οι βασι­κές μας ανά­γκες θα καλύ­πτο­νται, όπου η ζωή μας θα μπο­ρεί να έχει νόημα και όπου θα μπο­ρούμε να βρούμε ένα πλού­σιο έδα­φος εμπειρίας.

Αλλά αυτό που τον προ­βλη­μα­τί­ζει είναι τι θα συμ­βεί στο μεσο­διά­στημα μέχρι να επι­στρέ­ψουμε στις τοπι­κές οικο­νο­μίες. Προ­φα­νώς έχουμε μπει στη Ζώνη του Λυκό­φω­τος.

~ Gregorius

o o o

Στα όρια της ανάπτυξης

του David Korowicz

Το χειρότερο δεν ήρθε
Όσο μπορούμε ακόμα να λέμε
“Αυτό είναι το χειρότερο”.
 – Γουίλιαμ Σαίξπηρ, Βασιλιάς Ληρ

Φανταζόμαστε πως η Ιρλανδία είναι σε κρίση, όμως η κρίση είναι σχετική. Οι περισσότεροι άνθρωποι στον κόσμο θα ζήλευαν την υλική μας λιτότητα και θα ’θελαν να έχουν τις συνεχώς “καταρρέουσες” υπηρεσίες μας υγείας. Αλλά με τις καταπνιγμένες μας προσδοκίες και το άγχος μας για την αβεβαιότητα, κλεινόμαστε στον εαυτό μας και παραμένουμε για πάντα μέσα στην πλάνη μας.

Οι απόψεις μας για λιτότητα, κατεστραμμένους ομολογιούχους, χρεωκοπία και επιστροφή στην οικονομική ανάπτυξη διατυπώνονται στο πλαίσιο μιας σταθερής παγκόσμιας οικονομίας. Περιγράφουμε τα προβλήματά μας σα να είναι σε μεγάλο βαθμό δικά μας, κοινά ίσως με λίγες ακόμα περιφερειακές χώρες της Ευρωζώνης και κάποιες φευγάτες γερμανικές τράπεζες. Η συζήτησή μας υποθέτει ότι μέσα στην εθνική μας ζωή μπορεί να βρεθεί ένα μονοπάτι, όσο δύσκολο και μακρύ κι αν είναι, που θα μας οδηγήσει κάποια στιγμή σε ανανεωμένη ανάπτυξη και επιστροφή σε κάτι σαν αυτό που είχαμε πριν η κερδοσκοπία μας καταβροχθίσει. Αλλά ακόμα κι αν η ιρλανδική οικονομία παραμείνει βουλιαγμένη στον βάλτο, κάπου εκεί έξω, στον Καναδά ή την Κίνα, η παγκόσμια οικονομία θα συνεχίσει να προχωράει…

Από τις ψιλές ειδήσεις των εφημερίδων μαθαίνουμε ότι ένας δείκτης του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών που μετράει την τιμή ενός καλαθιού τροφίμων ξεπέρασε το ρεκόρ του 2008, ενώ οι τιμές του πετρελαίου παραμένουν αρκετά ψηλότερα από τα 100 δολάρια το βαρέλι. Κι αυτά στο πλαίσιο μιας συνεχώς σφυροκοπούμενης παγκόσμιας οικονομίας και μιας παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Η πιστωτική αξιολόγηση των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ιαπωνίας βρίσκεται υπό αρνητικό πρόσημο και το ευρώ παραπαίει. Και ενώ κανείς δεν το φωνάζει, υπάρχουν πολλές παγκόσμιες τράπεζες που στέκουν όρθιες ακόμα επειδή κυβερνήσεις και κεντρικές τράπεζες παρατάσσουν τις εναπομένουσες δυνάμεις τους για να εμποδίσουν την αποκάλυψη της τραπεζικής μπλόφας και την κόλαση που θα εξαπολυθεί αν γίνει κάτι τέτοιο. Οι τιμές των τροφίμων και της ενέργειας προκαλούν λαϊκές εξεγέρσεις στον Κόλπο, τη Βόρεια Αφρική και την Κίνα, οι οποίες με τη σειρά τους πιέζουν προς τα επάνω τις τιμές των τροφίμων και της ενέργειας. Κι όλα αυτά ηχούν παράφωνα στις συζητήσεις μας.

Και όμως οι αληθινές απειλές για την οικονομία και την κοινωνία μας τα επόμενα λίγα χρόνια προέρχονται από αυτά τα πράγματα, πάνω στα οποία έχουμε πολύ μικρό έλεγχο. Ακόμα και αν η οικονομία μας βρισκόταν στα καλύτερά της, θα συνέχιζε να αντιμετωπίζει την καταστροφή. Κι αυτό επειδή είμαστε αλληλοδιαπλεκόμενοι και εξαρτημένοι από την παγκοσμιοποιημένη οικονομία. Και η παγκοσμιοποιημένη οικονομία δεν μπορεί να αντέξει τη σύγκλιση σε πραγματικό χρόνο των ορίων στον βασικό ενεργειακό της πόρο (το πετρέλαιο), στον βασικό ανθρώπινο περιορισμό της (τα τρόφιμα) και στην απώλεια της εμπιστοσύνης στην πίστωση που κάνει εφικτή την οικονομική ζωή. Η σύγκλιση αυτή σηματοδοτεί το τέλος της οικονομικής ανάπτυξης και εγκαινιάζει ισχυρούς αποσταθεροποιητικούς κλυδωνισμούς και πιέσεις στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία.

Εξαιτίας όλων αυτών, σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα οι άνθρωποι απαιτούν λύσεις για μια δυσάρεστη κατάσταση που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί. Απαιτούν ένα επίπεδο διορατικότητας και κυριαρχίας σε συστήματα που αμυδρά μόνο μπορούν να διαισθανθούν και πάνω στα οποία έχουν ελάχιστο και μειούμενο έλεγχο. Οι ψηφοφόροι υποθέτουν ότι πρέπει να υπάρχει μια λύση που θα μας βγάλει από την ύφεση, ένας τρόπος να αναστραφεί αυτό που αποκαλούμε “λιτότητα”. Και πέρα από αυτά, απαιτούμε το δικαίωμα να διατηρηθούν οι προσδοκίες μας – οι συντάξεις και η αγοραστική μας δύναμη, η εργασία και οι αποταμιεύσεις μας, οι υπηρεσίες υγείας και εκπαίδευσης.

Μέσω αυτών των αξιώσεων εισχωρούμε στη συλλογική παραίσθηση για το πού είμασταν, πού είμαστε και πού πηγαίνουμε. Ένας από τους λόγους γι’ αυτή την πλάνη είναι μια αντίληψη για τον κόσμο που δεν ανταποκρίνεται στις συνθήκες στις όποιες βρισκόμαστε τώρα. Οι κοσμοθεωρήσεις αποτελούνται από τα νοήματα και τις παραδοχές μέσω των οποίων γίνεται κατανοητή η ζωή μας, ενσωματώνουν τους μύθους, τις ιστορίες και τις συναισθηματικές μας εξαρτήσεις που πλαισιώνουν τη θέση μας σ’ έναν πολύπλοκο κόσμο. Είναι κοινωνικές, αλλά και καθορίζουν το πώς κοινωνικοποιούμαστε.

Μοιραζόμαστε μια κοινή κοσμοθεώρηση που σχηματίζεται στο πλαίσιο της παρελθούσας εμπειρίας μας και ιδίως της οικονομικής ανάπτυξης και της βαθιάς επίδρασής της στην ανθρώπινη εμπειρία. Έχουμε συνηθίσει στην καθησυχαστική σκέψη ότι στο τέλος κάθε οικονομικής ύφεσης, όσο βαθιά ή παρατεταμένη κι αν είναι, η ανάπτυξη και η ευημερία θα απογειωθούν και πάλι. Έχουμε την αίσθηση πως η οικονομική ανάπτυξη, αν και ιδιότροπη καμιά φορά, είναι η φυσική τάξη του κόσμου. Πρόκειται για μια δυνατή ιδέα, λυτρωτική μαζί και αισιόδοξη.

Η ανάπτυξη είναι ένα μέρος της κόλλας που συγκρατεί το κοινωνικό συμβόλαιο ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς και ανάμεσα στους πολίτες και το κράτος. Βρίσκεται πίσω από τις προσδοκίες μας για την τεχνολογία, την άνοδο της Κίνας, την πληθυσμιακή ανάπτυξη και τις συντάξεις. Η ανάπτυξη διαμόρφωσε την εξειδίκευση των επαγγελματικών μας ρόλων και τις μορφές των κοινωνικών μας σχέσεων. Μας προσάρμοσε στον αυξανόμενο πλούτο, τόσο τον προσωπικό όσο και τον πλούτο στα αγαθά και τις υπηρεσίες που περιμένουμε από την κοινωνία και το κράτος. Διεκδικούμε σήμερα ως δικαιώματα υπηρεσίες που μόλις πριν πενήντα χρόνια θα τις θεωρούσαμε θαύματα. Και η πρόοδος έπλασε για μας την ταυτότητα του βασανισμένου καταναλωτή και του ανήσυχου εραστή.

Η ανάπτυξη είναι πολύ πρόσφατη, διακοσίων χρόνων περίπου, και ευπροσάρμοστη, καθώς ξαναεπέστρεφε δριμύτερη μετά από δύο παγκόσμιους πολέμους και μια μεγάλη οικονομική κρίση. Είναι η βασική δυναμική του ενιαίου, παγκοσμιοποιημένου συστήματος που συνδέει την ευημερία μας με τρισεκατομμύρια συναλλαγές σε όλο τον κόσμο. Ήταν τόσο σταθερή και την έχουμε τόσο πολύ συνηθίσει που σπάνια προσέχουμε τι έχει συμβεί, η εγγενής της πολυπλοκότητα συσκοτίζεται πίσω από απλά πράγματα και υπηρεσίες – το τηλέφωνό μου χτυπάει, παίρνω το λεωφορείο, τα χρήματά μου φτάνουν να αγοράσω ψωμί. Το ψωμί κάποτε το κερδίζαμε με κόπο από το τοπικό μας περιβάλλον και απαιτούσε ένα μεγάλο μερίδιο του χρόνου ή του εισοδήματός μας. Σήμερα έχει μηδαμινό κόστος και το εξασφαλίζουμε με ελάχιστη προσπάθεια, αλλά απαιτεί τον περίτεχνο χορό πολύπλοκων μεταφορών, πληροφοριακών συστημάτων, τραπεζών, ηλεκτρικών δικτύων, εργοστασίων που εφοδιάζουν εργοστάσια κι αυτά εφοδιάζουν άλλα εργοστάσια, και τις οικονομίες κλίμακας και τις αλυσίδες εφοδιασμού που εξαρτώνται από έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο.

Όχι μόνο οι εξαρτήσεις μας έχουν γίνει όλο και περισσότερο μη-τοπικές, αλλά εξαρτώνται επίσης και από υψηλής ταχύτητας ροές αγαθών και υπηρεσιών. Η ροή παραδόσεων σε πραγματικό χρόνο είναι εγγενές τμήμα των μοντέρνων διαδικασιών παραγωγής. Αν οι παραδόσεις σταματήσουν, παραδείγματος χάρη, από μια μεγάλης κλίμακας συστημική τραπεζική κατάρρευση, η ροή παραγγελιών θα διακοπεί και η οικονομική παραγωγή θα σταματήσει. Όσο περισσότερο χρόνο σταματήσει η παραγωγή, τόσο βαθύτερη θα είναι η αποτυχία της αλυσίδας εφοδιασμού και τόσο μεγαλύτερη η εντροπική φθορά, από τη σκουριά για παράδειγμα. Και όσο μεγαλύτερος ο χρόνος διακοπής, τόσο δυσκολότερη θα είναι η επανεκκίνηση της οικονομίας και τόσο μεγαλύτερος ο κίνδυνος μιας τερματικής συστημικής κατάρρευσης στην παγκόσμια οικονομία. Πράγματι, οι διεθνοποιημένες παραγωγικές ροές είναι εξίσου σημαντικές με τις ενεργειακές ροές για τη βιωσιμότητα της πολύπλοκης οικονομίας μας – και είναι δύο μόνο από αρκετά αλληλεξαρτώμενα συστήματα που απαρτίζουν την παγκοσμιοποιημένη οικονομία. Αν τα ανταλλακτικά για το εθνικό μας ηλεκτρικό δίκτυο δεν μπορούν να αντικατασταθούν λόγω προβλημάτων στην αλυσίδα εφοδιασμού, το να έχουμε άφθονα καύσιμα δεν έχει αξία, το ηλεκτρικό ρεύμα δεν μπορεί να παραδοθεί. Και τα προβλήματα στον ηλεκτρισμό θα φέρουν σε δύσκολη θέση άλλες κρίσιμες υποδομές, όπως την τραπεζική υποδομή, τα πληροφοριακά συστήματα, την αποχέτευση και το νερό.

Η παγκοσμιοποιημένη οικονομία μας είναι μια αναδυόμενη κατάσταση δισεκατομμυρίων ανθρώπων, επιχειρήσεων και θεσμών που αλληλεπιδρούν μέσω φυσικών και πνευματικών κατασκευών. Τα άτομα, οι εταιρείες και οι κυβερνήσεις μπορεί να έχουν κάποιον περιορισμένο έλεγχο στον χρόνο και τον χώρο, αλλά όσο περισσότερο οι προθέσεις και οι πράξεις μας επιδρούν στον κόσμο, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα οι προθέσεις μας να χαθούν. Δεν υπάρχει κεντρικός ελεγκτής. Σαν τους κωπηλάτες σ’ ένα αφρισμένο ποτάμι, δεν θέτουμε εμείς την πορεία ή την ταχύτητα, απλώς κλυδωνιζόμαστε και παραδέρνουμε.

Η ταύτισή μας με την εθνική ή την υπερεθνική πολιτική οικονομία και το ψυχόδραμα που προκύπτει απ’ αυτή την ταύτιση συγκαλύπτει τις πραγματικές μας εξαρτήσεις. Έτσι, ενώ οι εθνικές οικονομίες έχουν ίσως ξεχωριστό χαρακτήρα, όπως είναι σήμερα τα πράγματα δεν έχουν αυτόνομη ύπαρξη σε τίποτα εκτός παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, ακριβώς όπως το χέρι, οι πνεύμονες ή η καρδιά δεν μπορούν να κηρύξουν την ανεξαρτησία τους από το ανθρώπινο σώμα. Συνεχίζοντας την αναλογία, ο μεταβολισμός της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας μας έχει γίνει όλο και πιο πολύπλοκος, όλο και πιο ταχύς. Η παγκοσμιοποιημένη οικονομία είναι κάτι περισσότερο από το άθροισμα των μερών της, αλλά χωρίς τη συνδρομή του καθενός το σύνολο μπορεί να μειωθεί ή να πληγεί θανάσιμα. Γι’ αυτό τον λόγο μπορούμε να πούμε ότι η τοπική μας ευημερία είναι ενσωματωμένη σε μια μη-τοπική δομή συναλλαγών υψηλής ταχύτητας.

Παρερμηνείες

Στο βιβλίο του Η γέννηση της αφθονίας: Πώς δημιουργήθηκε η ευμάρεια του σύγχρονου κόσμου ο William Bernstein γράφει “η ευμάρεια δεν αφορά φυσικά αντικείμενα ή φυσικούς πόρους. Αφορά μάλλον θεσμούς…”. Παραθέτει τέσσερις: Τα ασφαλή δικαιώματα ιδιοκτησίας, την επιστημονική μέθοδο, τις αγορές κεφαλαίων και τις επικοινωνίες. Αλλά ενώ οι θεσμοί του είναι ασφαλώς σημαντικοί, ακόμα και απαραίτητοι, δεν θα μπορούσαν να αναπτυχθούν χωρίς την ενέργεια και τους άλλους πόρους που υποβαστάζουν την οικονομία. Είναι σα να υποστηρίζω ότι ζω χάρη στη διάνοια, τη γοητεία και την ευφυΐα μου και να φαντάζομαι πως η τροφή και το νερό είναι τετριμμένα πράγματα. Και όμως είναι μια εύλογη παραδοχή σε μια εποχή αφθονίας όταν οι βασικές μας ανάγκες ικανοποιούνται χωρίς σχόλια και αυτό που μετράει ως προς την κοινωνική μας θέση είναι οι προσωπικές και άλλες συναφείς διαφοροποιήσεις.

Κατ’ αυτό τον τρόπο δίνουμε προτεραιότητα στην ανθρώπινη κουλτούρα και στην αίσθηση της επινοητικότητας και του ελέγχου της πάνω στην ίδια της τη μοίρα. Σαν τον Θεό της Γένεσης, κοιτάξαμε τον πολιτισμό μας, την έκταση και την πολυπλοκότητά του, και είδαμε πως είναι καλός και πολυμήχανος. Και σκεφθήκαμε “εμείς το κάναμε αυτό!” Και αφού το κάναμε αυτό, σίγουρα μπορούμε να κάνουμε οτιδήποτε περάσει από τον νου μας. Εάν υπάρχουν προκλήσεις για τον πολιτισμό μας, από την κλιματική αλλαγή μέχρι τους περιορισμένους πόρους, μπορούμε να τις υπερνικήσουμε, επειδή έχουμε εμπιστοσύνη στις ικανότητές μας. Η αυτο-αντανάκλασή μας στην οικονομική ανάπτυξη προσέφερε την υποδομή για την ανθρωπιστική ιδέα της προόδου, την οποία ο πολιτικός φιλόσοφος John Gray έχει βαφτίσει “υποκατάστατο θρησκευτικό ορμέμφυτο”.

Όσο ο αυτοθαυμασμός μας μεγάλωνε, οι πραγματικές εξαρτήσεις μας – από το έδαφος και τις μέλισσες, τα δάση και το φυσικό αέριο, τους ποταμούς και τη βροχή, τους γαιοσκώληκες και τους κολλώδεις υδρογονάνθρακες, τα ζώα και τα οξείδια του σιδήρου – έπαιρναν σε μεγάλο βαθμό τη μορφή διαχείρισης κοινωφελών υπηρεσιών. Η ευημερία μας πιστεύουμε πως εξαρτάται από τους πολιτικούς, τους επιχειρηματίες, την ανταγωνιστικότητα, την οικονομία της γνώσης, την εγγενή εφευρετικότητά μας και ούτω καθεξής. Πέρα από την κοινωφέλειά του, το περιβάλλον έχει περιβληθεί με συναισθηματισμούς ή χρησιμοποιείται σαν ένδειξη ανώτερων αισθημάτων.

Κι όμως τα πήλινα πόδια μας είναι πως η οικονομία μας και ο πολιτισμός μας υπάρχουν μόνο εξαιτίας της ροής πόρων από το περιβάλλον. Οι μόνοι νόμοι της οικονομίας είναι οι νόμοι της φυσικής, όλα τα άλλα είναι ενδεχόμενα, υποθέσεις ή παραισθήσεις. Μια οικονομία, που μεγαλώνει σε μέγεθος και πολυπλοκότητα, είναι πρώτα απ’ όλα ένα θερμοδυναμικό σύστημα που απαιτεί αυξανόμενες ενεργειακές ροές για να μεγαλώνει και να αποφεύγει τη φθορά. Τα απόβλητα, είτε είναι αέρια του θερμοκηπίου είτε σκουπίδια στις χωματερές, είναι το φυσικό επακόλουθο μιας τέτοιας θερμοδυναμικής διαδικασίας.

Ειδήσεις από Αλλού

Για πάνω από μισό αιώνα ακούμε προειδοποιήσεις για τη σπανιότητα των πόρων, την απώλεια της βιοποικιλότητας, τη διάβρωση του εδάφους ή την κλιματική αλλαγή. Αλλά οι αντίκτυποι βρίσκονται πάντοτε στον φαντασιακό ορίζοντα. Καμιά φορά, πολύ μακριά στο μέλλον για να έχουν σημασία για ένα είδος που εξελίχθηκε με μια ξεκάθαρη προτίμηση για το βραχυπρόθεσμο. Ή κάπου στην ενδοχώρα ανάμεσα στο ασφαλές ευρωπαϊκό μας σπίτι και το βαρβαρικό άλλο, όπου η λιμοκτονία, οι περιβαλλοντικές καταστροφές, οι οργισμένοι όχλοι και οι τρελοί τύραννοι προσελκύουν πάντοτε την προσοχή μας, τουλάχιστο όσο βρίσκονται στην τηλεόραση.

Ναι, μπορούμε! Ναι, μπορούμε! – ξεφώνιζε μια ομάδα εφήβων που ακολουθούσε τον Al Gore σε ένα υπόστεγο στο Πότσδαμ της Πολωνίας για την ετήσια συνέλευση των αρκτικόλεξων της κλιματικής πολιτικής.

Όταν δεν μας αποσπούσε την προσοχή η καθημερινότητα, ανταποκρινόμαστε σ’ αυτές τις προειδοποιήσεις με συνθήκες και νόμους, με τεχνολογία και παραινέσεις. Βεβαίως, κάθε οικολογικός δείκτης συνέχιζε να χειροτερεύει. Και συνεχίζαμε με συνθήκες και νόμους και επαναστατικές τεχνολογίες. Η μυθολογική μας κοσμοθεώρηση μας έδωσε την κοινή πεποίθηση ότι αν και δεν έχουμε φτάσει εκεί ακόμα, θα μπορούσαμε να το πετύχουμε μόλις εφαρμοζόταν κάποιο λαμπρό σχέδιο, μόλις περνούσε κάποιος κλιματικός νόμος, μόλις υιοθετούνταν κάποιες τεχνολογίες, μόλις περιορίζονταν οι κακοί τραπεζίτες ή μόλις ο κόσμος συνειδητοποιούσε τη δυσχερή μας θέση. Ναι, μπορούμε! Ναι, μπορούμε! Πράγματι, θα μπορούσαμε να υπερβούμε τον χυδαίο εγωισμό μας και την κοντόθωρη ματιά μας κι έτσι καταλήξαμε στην πεποίθηση ότι μπορούμε να επιβάλλουμε την οικολογική βιωσιμότητα και την παγκόσμια δικαιοσύνη. Παρ’ όλα αυτά, οι απαιτήσεις μας για πόρους και εναπόθεση αποβλήτων στο περιβάλλον συνεχίζουν να αυξάνονται, οι οικολογικοί δείκτες να επιδεινώνονται και η ανισότητα να αυξάνεται.

Η αλήθεια είναι πως έχουμε παγιδευτεί σε μια οικονομία προσανατολισμένη στην ανάπτυξη κι αυτό σημαίνει συνεχώς αυξανόμενες ροές ενέργειας, πόρων και αποβλήτων. Έτσι, η ικανότητά μας να αλλάξουμε μείζονα συστήματα από τα οποία εξαρτόμαστε περιορίζεται από την πολυπλοκότητα των αλληλεξαρτήσεων και τον κίνδυνο η αλλαγή να υπονομεύσει άλλα συστήματα από τα οποία επίσης εξαρτόμαστε. Μπορεί να θέλουμε να αλλάξουμε το τραπεζικό ή το νομισματικό σύστημα, αλλά αν οι πραγματικές και δυναμικές συνέπειες οδηγήσουν σε ένα μείζον τραπεζικό πάγωμα που θα κρατήσει πάνω από δυό μέρες θα αντιμετωπίσουμε μεγάλους κινδύνους έλλειψης τροφίμων, μεγάλες μειώσεις στην παραγωγή και κινδύνους στις υποδομές. Και αν θέλουμε να κάνουμε την παραγωγή και διανομή των τροφίμων μας πιο ανθεκτική σε τέτοια σοκ, η παραγωγή θα μειωθεί και οι τιμές των τροφίμων θα πρέπει να ανεβούν, πράγμα το οποίο βραχυ-μεσοπρόθεσμα θα οδηγήσει σε ανεργία και σε μεγαλύτερη φτώχεια, ενώ θα δημιουργήσει μεγαλύτερους κινδύνους για το τραπεζικό σύστημα.

Είναι οξύμωρο να λέμε πως μπορούμε να κάνουμε για πάντα κάτι μη-βιώσιμο. Πώς θα μπορούσαμε να ξέρουμε ότι πλησιάζουμε ένα όριο, το τέλος της ανάπτυξης; Από προειδοποιήσεις; Από τους μεγάλους και τους σπουδαίους, που στέκονται παραταγμένοι και λένε “Κυρίες και κύριοι, έχουμε ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα!”; Οι πολιτικοί και οι δημόσιοι υπάλληλοι, το ΔΝΤ και ο ΟΟΣΑ, όλοι μαζί δεν είδαν τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007, παρά την εμπειρία τους σ’ αυτά τα ζητήματα και τα άφθονα ιστορικά κείμενα για πιστωτικές φούσκες. Όλοι αυτοί ενσαρκώνουν τον δογματισμό της εποχής μας, είναι ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφονται οι κοσμοθεωρίες μας. Αντανακλούν την αυθεντία της αυλής του πάπα Ουρβανού VIII, που με τους αστρονόμους-αστρολόγους της, τους οικονομολόγους εκείνης της εποχής, επιβεβαιώνει το γεωκεντρικό σύμπαν ενάντια στον Γαλιλαίο και τον Κοπέρνικο που στέκονται μπροστά της.

Αυτό που λένε οι Γαλιλαίοι του σήμερα είναι πως αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε ακριβώς ή σχεδόν στην κορυφή της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου (Peak Oil). Δηλαδή ότι καθώς το οικονομικά προσιτό πετρέλαιο μειώνεται, η παγκόσμια οικονομία αρχίζει να συρρικνώνεται. Λένε ακόμα ότι δεν έχουμε τον χρόνο ούτε τους πόρους για να διατηρήσουμε τη συνεχή διεύρυνση της οικονομίας υποκαθιστώντας το πετρέλαιο με μέτρα αποτελεσματικότητας, με ανανεώσιμη ή πυρηνική ενέργεια ή με τεχνολογία. Ότι η συζήτηση για ένα μέλλον με ηλεκτρικά αυτοκίνητα, προηγμένη πληροφοριακή τεχνολογία – με συγκλίνουσες υποδομές ανανεώσιμης ενέργειας και παγκόσμια υπερ-δίκτυα – είναι φαντασιοπληξίες. Το πιο άμεσο πρόβλημα μ’ αυτό το όραμα στον ορίζοντα είναι ότι δεν βλέπεις πως το έδαφος ανοίγει κάτω από τα πόδια σου. Δεν θα φτάσουμε σ’ αυτόν τον ορίζοντα επειδή όλα όσα χρειαζόμαστε για να φτάσουμε εκεί – νομισματικά και χρηματοπιστωτικά συστήματα, αγοραστική δύναμη και οικονομίες κλίμακας, παραγωγικά συστήματα, υποδομές και δίκτυα παγκόσμιας πίστης – θα υπονομευθούν από τη σύγκλιση της κορύφωσης στην παγκόσμια παραγωγή πετρελαίου, της κορύφωσης στην παραγωγή τροφίμων και της γιγαντιαίας πιστωτικής φούσκας. Το έδαφος θα ανοίξει, θα πέσουμε μέσα και το όραμά μας θα απομακρύνεται όλο και περισσότερο.

Λένε επίσης αυτοί οι Γαλιλαίοι πως η παγκόσμια παραγωγή τροφίμων προσκρούει σ’ ένα τοίχο οικολογικών ορίων, ενώ η πληθυσμιακή ανάπτυξη και τα μεταβαλλόμενα διαιτολόγια ωθούν προς τα επάνω τη ζήτηση. Υπογραμμίζουν μάλιστα ότι η σημερινή παραγωγή τροφίμων επιχορηγείται μαζικά μέσω εισροών ορυκτών καυσίμων και ότι καθώς αυτές οι εισροές γίνονται όλο και λιγότερο διαθέσιμες και οι άνθρωποι όλοι και φτωχότεροι λόγω της οικονομικής συρρίκνωσης, η παραγωγικότητα και η προσβασιμότητα στα τρόφιμα θα υπονομεύεται.

Με δυό λόγια, βρισκόμαστε στην αιχμή μιας εξελισσόμενης συστημικής κρίσης. Η κορύφωση του πετρελαίου και οι περιορισμοί στα τρόφιμα πιθανότατα θα υπονομεύσουν τη σταθερότητα της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας μας. Οι κεντρικοί πυλώνες αυτής της οικονομίας – κρίσιμες υποδομές, παραγωγικές ροές, οικονομίες κλίμακας, χρηματοπιστωτικό και νομισματικό σύστημα, προσαρμογή συμπεριφοράς, πρόσβαση σε πόρους και ενεργειακές ροές – μάλλον αρχίζουν να επιβάλουν μια μεταδοτική κατάρρευση.

Η κινητήρια δύναμη αυτής της κατάρρευσης μάλλον θα είναι η ταχύτερη και πιο ασταθής διαδικασία – ο αντίκτυπος της ενεργειακά και επισιτιστικά περιοριζόμενης οικονομικής ανάπτυξης και ενός ήδη τρωτού νομισματικού και χρηματοπιστωτικού συστήματος που εξαρτάται από τη διαρκή ανάπτυξη.

Τα δεσμά σφίγγουν

Όποιες κι αν είναι οι οικονομικές συμφορές της Ιρλανδίας, η πραγματική φούσκα χρέους είναι παγκόσμια. Το χρέος σε σχέση με το ΑΕΠ είναι τώρα πολύ μεγαλύτερο παρά ποτέ στις ΗΠΑ, στη Μεγάλη Βρετανία και στο μεγαλύτερο τμήμα της Ευρώπης κι αυτό οδηγεί στη μεγάλη οικονομική ύφεση. Όπως πολλές άλλες χώρες, αντιδράσαμε στη φούσκα χρέους με μεγαλύτερο χρέος και απλώς το διοχετεύσαμε στο κράτος ή τυπώσαμε κι άλλο χρήμα.

Ο καταχρεωμένος κόσμος, ακόμα και χωρίς υψηλές τιμές πετρελαίου και τροφίμων, αγωνιά στα όρια της εξυπηρέτησης του χρέους και της αξιοπιστίας. Παρ’ όλα αυτά απαιτεί ακόμα μεγαλύτερη πίστωση, ενώ η ικανότητά του να εξυπηρετεί το χρέος υπονομεύεται από το φούσκωμα του χρέους, τη λιτότητα, τη συνεχή απώλεια θέσεων εργασίας και τις χρεωκοπίες. Οι τράπεζες που δανείζουν αυτό το χρήμα μπορούν να το κάνουν μέχρις ενός σημείου προτού γίνουν κι αυτές αφερέγγυες.

Οι αυξανόμενες τιμές τροφίμων και ενέργειας δίνουν ακόμα μεγαλύτερη ώθηση στις αντιπληθωριστικές δυνάμεις. Και αν οι κεντρικές τράπεζες παρερμηνεύσουν την αιτία της αύξησης των τιμών στα τρόφιμα και το πετρέλαιο και αυξήσουν τα επιτόκια, η αντιπληθωριστική πίεση κινδυνεύει να γίνει κυκλώνας. Το κόστος των βασικών και της εξυπηρέτησης του χρέους αυξάνεται ενώ το εισόδημα μειώνεται. Οι ελαστικές δαπάνες θα καταρρεύσουν, οι απώλειες θέσεων εργασίας και οι χρεωκοπίες θα ανεβούν κι άλλο, το εισόδημα θα μειωθεί περισσότερο. Αυτή η αυτο-ενισχυόμενη σπείρα παρακμής θα μεγαλώνει και θα απλώνεται σε όλο και περισσότερες χώρες.

Ο φόβος της μετάδοσης από περιφερειακές χρεωκοπίες της Ευρωζώνης δεν είναι απλώς ότι μπορούν να γκρεμίσουν γαλλικές, βρετανικές και γερμανικές τράπεζες, αλλά ότι αυτό θα μπορούσε να σωριάσει κάτω, και μάλιστα σε σύντομο χρόνο, αμερικανικές τράπεζες και ουσιαστικά το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η αποσταθεροποιητική δύναμη δεν είναι τόσο ότι οι τράπεζες βρίσκονται ήδη σε επισφαλή θέση, αλλά ένας τερατώδης σωρός παραγώγων συμβολαίων, με αξία δεκαπλάσια ή εικοσαπλάσια από την παγκόσμια οικονομία, που επικρέμονται πάνω από το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Μερικά από αυτά τα συμβόλαια είναι ουσιαστικά ασφάλιση κατά της χρεωκοπίας. Αν αρχίσουν να εξαπλώνονται οι χρεωκοπίες τραπεζών, τότε άλλες τράπεζες καθώς και το σκιώδες χρηματοπιστωτικό σύστημα θα υποχρεωθούν να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους έναντι των χρεωκοπιών ή να αυξήσουν τα ασφάλιστρά τους. Αυτό μπορεί να προκαλέσει μαζικό ξεπούλημα αξιογράφων, οπότε η τραπεζική μπλόφα θα ξεσκεπαστεί και θα φανεί ότι οι τράπεζες διαθέτουν αξίες πολύ μικρότερες από τις απαιτούμενες για φερεγγυότητα.

Αυτό που ο καθένας θέλει και χρειάζεται είναι μια ξαφνική και εκρηκτική αύξηση στην παραγωγή πραγματικών αγαθών και υπηρεσιών (ΑΕΠ) που θα επιτρέψει την εξυπηρέτηση των συνεχών αναγκών μας σε δανεισμό. Αλλά αυτό, ακόμα κι αν ήταν μια μακρινή πιθανότητα, θα απαιτούσε μια μεγάλη αύξηση των ροών πετρελαίου μέσα στην παγκόσμια οικονομία, ακριβώς τη στιγμή που η παγκόσμια παραγωγή πετρελαίου έχει κορυφωθεί και αρχίζει να μειώνεται. Δεν μπορεί λοιπόν να συμβεί κάτι τέτοιο. Αυτό σημαίνει ότι το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα ουσιαστικά είναι ήδη χρεωκοπημένο.

Η μόνη επιλογή είναι χρεωκοπία ή πληθωρισμός σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτό σημαίνει ότι οι τράπεζες είναι αφερέγγυες επειδή το ενεργητικό τους (δάνεια) δεν μπορεί να αποπληρωθεί ή ότι μπορεί να είναι φερέγγυες (εάν ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα) αλλά οι καταθέτες τους δεν θα μπορούν να εξαργυρώσουν τις καταθέσεις τους σε κάτι που να πλησιάζει την πραγματική τους αξία. Σημαίνει ότι ο τεράστιος όγκος μετοχών και ομολόγων, και μαζί οι συντάξεις και οι ασφάλειες, δεν μπορεί να μετατραπεί σε πραγματικά αγαθά. Σημαίνει ότι το νομισματικό μας σύστημα, που εξαρτάται από το χαρτονόμισμα, την κλασματική τραπεζική και τα επιτόκια, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να καταρρεύσει.

Οι υψηλές τιμές πετρελαίου και τροφίμων ουσιαστικά βολιδοσκοπούν τα όρια της σταθερότητας της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Θα συνεχίσουν να τα βολιδοσκοπούν μέχρις ότου συμβεί μια μεγάλη κατάρρευση στην παγκόσμια οικονομική παραγωγή. Σ’ αυτό το σημείο οι τιμές ενέργειας ίσως πέσουν, αλλά το πραγματικό μας εισόδημα και η αγοραστική μας δύναμη θα πέφτουν ταχύτερα.

Και οι αγορές θα ανακαλύψουν αυτή την αλήθεια πολύ πιο γρήγορα από τις νομισματικές αρχές και τις κυβερνήσεις. Κι αυτή η αλήθεια θα εκφραστεί σε όλο και βαθύτερες οικονομικές πιέσεις και μεγάλες συστημικές χρεωκοπίες τραπεζών. Τα μέτρα των επίσημων αρχών θα γίνονται όλο και πιο ανίσχυρα, καθώς τα βασικά εργαλεία πολιτικής δεν θα λειτουργούν πλέον και η αίγλη της εξουσίας τους θα ξεθωριάζει. Εάν και όταν η μόλυνση του τραπεζικού συστήματος εξαπλωθεί και στις αλυσίδες εφοδιασμού, τότε μάλλον θα αντιμετωπίσουμε υπαρξιακά προβλήματα.

Ακόμα κι αν είχαμε το τέλειο νομισματικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα, χωρίς χρέη και με καλό έλεγχο, η κορύφωση του πετρελαίου και των τροφίμων θα ήταν από μόνη της ένα σοκ χωρίς προηγούμενο. Καθώς τα εισοδήματα συρρικνώνονται, ενώ τα βασικά όπως τα τρόφιμα και η ενέργεια ακριβαίνουν, οι μη-ελαστικές δαπάνες θα συμπιέζονται. Στον αναπτυγμένο κόσμο, τα βασικά αγαθά και υπηρεσίες είναι σχεδόν τα μόνα που παράγουμε πλέον. Έτσι το αποτέλεσμα θα είναι ακόμα μεγαλύτερη ανεργία. Οι κρίσιμες υποδομές μας θα γίνονται ολοένα και πιο ευάλωτες για διάφορους λόγους και η νομισματική αστάθεια θα συνεχίσει να αποσταθεροποιεί τις αλυσίδες εφοδιασμού.

Εμείς και το μέλλον μας

Βρισκόμαστε στην αρχή μιας διαδικασίας όπου οι αντιλήψεις μας για τον κόσμο συντρίβονται πάνω σε ένα θεμελιωδώς ασταθές χρηματοπιστωτικό σύστημα και σε οικολογικά όρια. Πλησιάζουμε έναν καιρό όπου θα μάθουμε ότι αυτό που υπήρχε δεν θα επιστρέψει ποτέ ξανά κι αυτό που περιμέναμε δεν πρόκειται να ’ρθει ποτέ. Αντιμετωπίζουμε μια εποχή κατάρρευσης και αβεβαιότητας. Μια εποχή τραπεζικών πανικών, χαμένων αποταμιεύσεων και συντάξεων, μαζικής ανεργίας, μαζικών διακοπών ηλεκτρισμού και κινητών τηλεφώνων, πείνας και άδειων ραφιών στα σουπερμάρκετ.

Η τοπική οικονομία δεν θα είναι πια κάτι που θα φιλοδοξούν να αναπτύξουν οι περιβαλλοντιστές, αλλά μάλλον θα μας επιβληθεί καθώς οι χρεωκοπίες τραπεζών, η νομισματική αβεβαιότητα και η χαμένη αγοραστική δύναμη κόβουν τις διασυνδέσεις στο δίκτυο της παγκόσμιας οικονομίας. Αλλά δεν έχουμε πια τοπικές οικονομίες για να καταφύγουμε σ’ αυτές.

Το χάσμα ανάμεσα στις προσδοκίες και σ’ αυτό που μπορεί να πραγματωθεί είναι ιστορικά μια μεγάλη πηγή λαϊκής οργής και μπορεί να πυροδοτήσει ένα κύκλο φόβου, κατηγοριών, βίας, αποδιοπομπαίων τράγων και απολυταρχικών ηγεσιών είτε από την αριστερά είτε από τη δεξιά. Μπορεί επίσης να δώσει στους άπληστους τη δύναμη και την κάλυψη να ιδιοποιηθούν πλούτο που θα έπρεπε να αξιοποιηθεί για τη συλλογική ευημερία.

Όμως, ποιός μας έδωσε το δικαίωμα στις προσδοκίες μας; Οι προσδοκίες αυτές χτίστηκαν επί πολλές γενιές από τη μισότυφλη αυτο-οργάνωση μιας πολύπλοκης ανθρώπινης κοινωνίας. Χτίστηκαν πάνω στις βαθιές ρίζες της ανθρώπινης συμπεριφοράς – ανταγωνισμός και συνεργασία, επιλογή συντρόφου και κοινωνική θέση – που προέκυψαν από την εξέλιξή μας μέσα στην ιστορία της ζωής στον πλανήτη μας. Χτίστηκαν πάνω στα αποθέματα της αρχαίας λιακάδας που ήταν κρυμμένη κάτω από την επιφάνεια της γης, από τα ορυκτά στο υπέδαφος, από το παγκόσμιο κλίμα που προσέφερε τη σταθερότητα που χρειαζόταν το είδος μας για να ακμάσει. Ως είδος δεν έχουμε κανέναν άλλο να κατηγορήσουμε, εκτός αν πιστεύουμε στην παραίσθηση πως είμαστε ένας εξόριστος Θεός που ξεπέρασε την οικολογία του.

Ναι, μπορούμε και θα χτίσουμε τοπικές λίγο πολύ οικονομίες από τα ερείπια της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Θα είναι μια πολύ πιο φτωχή οικονομία όπου θα έχουμε χάσει πολλά από αυτά που θεωρούμε αυτονόητα. Αλλά θα μπορεί να μας προσφέρει μια καλή ζωή, όπου οι βασικές μας ανάγκες θα καλύπτονται, όπου η ζωή μας θα μπορεί να έχει νόημα και όπου θα μπορούμε να βρούμε ένα πλούσιο έδαφος εμπειρίας.

Αλλά στο μεταξύ αντιμετωπίζουμε ένα πελώριο χάσμα προσαρμοστικότητας ανάμεσα στη βασική μας ευημερία και τις κοινωνικές ανάγκες που κάποτε ικανοποιούνταν από την ενσωμάτωσή μας στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία και σ’ αυτά που είναι διαθέσιμα χωρίς την παγκοσμιοποίηση. Πρέπει να προετοιμαστούμε για ξαφνικά σοκ, όπως τα παγώματα του τραπεζικού συστήματος και οι αντίκτυποί τους στην προσβασιμότητα στη τρόφιμα, καθώς και για πιο στρατηγικές αλλαγές που χρειαζόμαστε στη γεωργία, το νομισματικό σύστημα, την απασχόληση και τη διακυβέρνηση.

Το πρόβλημα με τέτοιες προετοιμασίες είναι ότι σε πολλές περιπτώσεις κατά πάσα πιθανότητα είναι πολύ αργά. Κι αυτό επειδή ο κίνδυνος σοβαρών χρηματοπιστωτικών σοκ αυξάνεται συνεχώς και τα ζητήματα αυτά είναι πολύπλοκα και συχνά ασαφή. Επιπλέον η πραγματική προετοιμασία θα απαιτούσε μια νέα και πλατιά ομοφωνία για τη φύση του προβλήματός μας. Αλλά η ανάδυση μιας τέτοιας ομοφωνίας θα οδηγούσε τους ανθρώπους και τους θεσμούς σε ορθολογικές δράσεις όπως απόσυρση καταθέσεων από τις τράπεζες, μαζικό ξεπούλημα αξιογράφων ή άρνηση πληρωμής δανείων. Και οι δράσεις αυτές θα πυροδοτούσαν την αυτο-τροφοδοτούμενη διαδικασία της μόλυνσης των αλυσίδων τροφοδοσίας, που αναφέραμε πιο πάνω, και θα οδηγούσαν στη συστημική κατάρρευση της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας…

Μετάφραση Σ.Μ.

Advertisements

Θέλετε να σχολιάσετε;

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s