Το γερμανικό πρόβλημα

(Για κάποιο λόγο που δεν θυμάμαι, αυτό το άρθρο, γραμμένο τον Δεκέμβριο 2011, δεν δημοσιεύθηκε ποτέ στο μπλογκ, αν και μπορείτε να το βρείτε στη συλλογή Προσερχόμενα. Αν και έχουν περάσει έξι περίπου χρόνια από τότε, οι βασικές επισημάνσεις και προβλέψεις του ήταν μάλλον ακριβείς. Η στραγγαλιστική λαβή της Γερμανίας στη χώρα μας, αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη, συνεχίζεται και γίνεται πιο πνιγηρή, η Ευρώπη και το ευρώ συνεχίζουν να βυθίζονται, οι γεωπολιτικές φιλοδοξίες των Γερμανών προκαλούν πλέον φανερά τους Αμερικανούς, η στρατιωτική παρουσία της Γερμανίας (έστω μικρή και αφανής ακόμα) επεκτείνεται εκτός του Αφγανιστάν στη Συρία, τη Σομαλία και ποιός ξέρει πού αλλού – γεγονότα που επιβεβαιώνουν τη βασική θέση του άρθρου, την ύπαρξη δηλαδή γερμανικού αυτοκρατορικού σχεδίου, κάτι που έχει αρχίσει να γίνεται διεθνώς αντιληπτό. Οι μόνοι που δεν φαίνεται να το έχουν πάρει είδηση είναι οι Έλληνες πολιτικοί, δημοσιογράφοι και ευρωμανείς καθηγητές και διανοούμενοι.)

Πίσω από τον ορυμαγδό των καθημερινών ειδήσεων και αναλύσεων για την οικονομική κρίση, πέρα από τις συνεχώς διαψευδόμενες προβλέψεις για ανάκαμψη και ανάπτυξη, την ώρα που το ευρώ και η Ευρωζώνη έχουν μπει πλέον βαθιά στη Ζώνη του Ημίφωτος με προβλεπτή και αναπότρεπτη τη μοιραία κατάληξή τους, από τα ερείπια του ευρωπαϊκού οικοδομήματος αρχίζει να αναδύεται μια νέα και απίστευτη για τους περισσότερους πολιτική και γεωπολιτική τάξη. Γιατί όμως απίστευτη; Η εξουσία, όπως και η φύση, απεχθάνεται το κενό: Τη θέση του θνήσκοντος ευρωπαϊκού μορφώματος, ή έστω ενός μεγάλου τμήματός του, σπεύδει να καταλάβει η Γερμανία επαναλαμβάνοντας για μιαν ακόμα φορά τον ιστορικό εαυτό της. Αλλά τί μορφή μπορεί να πάρει το νέο αυτό γερμανικό εγχείρημα, πού μπορεί να στηρίζεται και τί προοπτικές μπορεί να έχει; Τα ερωτήματα αυτά είναι δυνατόν να απαντηθούν μόνο αν δίπλα στις σημερινές συγκυρίες τοποθετήσουμε το ιστορικό παρελθόν του βασικού αυτού παίκτη του διαγραφόμενου νέου ιστορικού δράματος.

Συνέχεια

Advertisements

Πού το είδες το τσουνάμι;

Τον Οκτώβριο του 2010 είχα την αφέλεια να αποστείλω την παρακάτω επιστολή στην εφημερίδα «Καθημερινή». Φυσικά δεν δημοσιεύθηκε.

Κύριε διευθυντά,

Στο ερώτημα “τις πταίει” για τα σημερινά κατάντια της χώρας μας ίσως θα έπρεπε να προσέξουμε μια μοιραία δεκαετία – τη δεκαετία του ’70. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι μόνο ελληνικό.

Το ’70 είναι η δεκαετία που ο Νίξον αποδέσμευσε το δολάριο από τον χρυσό οδηγώντας έτσι στην απόλυτη κυριαρχία του χρεωστικού χρήματος και των τραπεζιτών. Αλλά προπαντός είναι η δεκαετία του αδιαφιλονείκητου θριάμβου της τηλεόρασης και της υποκατάστασης του δημόσιου χώρου και διαλόγου από την ηλεκτρονική οθόνη.

Οι δύο αυτές παράλληλες διαμεσολαβήσεις ανάμεσα στον καθένας μας και την κοινωνική, πολιτική και οικονομική πραγματικότητα υποκατέστησαν το πραγματικό με το φαντασιακό. Και μάλιστα με ένα βάρβαρο φαντασιακό που ελέγχεται και ώς ένα βαθμό καθοδηγείται από τα συμφέροντα, τους σκοπούς και τις φαντασιώσεις των διαχειριστών τους. Από τη μοιραία εκείνη δεκαετία και μετά ο κόσμος μας μπήκε στην εικονική πραγματικότητα του ψευδοχρήματος και των ριάλιτις. Σαράντα χρόνια ζούμε μέσα σε μια φούσκα, σ’ ένα Μάτριξ.

Γιατί λοιπόν απορούμε που ο πραγματικός πλούτος αντικαταστάθηκε από το χωρίς αντίκρυσμα χαρτονόμισμα, από τα δομημένα τοξικά ομόλογα, τα χωρίς εγγυήσεις δάνεια, τα παράγωγα ύψους 700 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, τις αλλεπάλληλες χρηματιστηριακές φούσκες, τις κάθε είδους “δημιουργικές” λογιστικές κομπίνες τραπεζιτών, χρηματιστών και πολιτικών;

Γιατί απορούμε που η πολιτική μεταμορφώθηκε σε μάρκετινγκ, επικοινωνία, δημόσιες σχέσεις, σκάνδαλα και διαφθορά; Που ο δημόσιος διάλογος εκφυλίστηκε σιγά σιγά σε βαρετούς τηλεοπτικούς σκυλοκαυγάδες; Που οι εκπρόσωποι του λαού εκπροσωπούν πλέον μόνο την οργή του. Που η λαϊκή κουλτούρα και τέχνη κατέληξαν στα απύθμενης βλακείας μεσημεριανάδικα; Που η λαμογιά έγινε όραμα και σκοπός ζωής του κάθε Μήτσου που ρεύεται απλωμένος μπροστά στη μικρή οθόνη;

Απ’ τη στιγμή που νοικιάσαμε τα μάτια και τα αυτιά μας σε ιδιωτικά συμφέροντα, απ’ τη στιγμή που εθελοντικά παραδώσαμε το φαντασιακό μας στη χειραγώγηση των golden boys, τί περιμέναμε; Ναι, διαπράξαμε το έσχατο κοινωνικό έγκλημα: Αφήσαμε να χαθεί η επαφή μας με την πραγματικότητα, εκπορνεύσαμε το φαντασιακό μας και για σαράντα χρόνια κατοικούμε μέσα σ’ ένα χυδαίο, κακόγουστο και φτηνιάρικο όνειρο αμερικανικής προελεύσεως.

Αλλά η πραγματικότητα έχει ένα μοναδικό τρόπο να εκδικείται και να επαναφέρει στην τάξη ένα διαταραγμένο κόσμο. Ο τρόπος λέγεται κρίση, κατάρρευση, καταστροφή. Κι αυτή η εκδίκηση δεν αφορά μόνο τη μικρή και ανόητη Ελλάδα. Είναι παγκόσμια, είναι βαθιά, είναι οριστική.

Γιατί η έσχατη ειρωνεία είναι πως αυτό το μαστουρωμένο ταξιδάκι μας στον καταναλωτισμό, στον αχαλίνωτο δανεισμό, στην ξεσαλωμένη και χωρίς όρια “ανάπτυξη”, στην αδιανόητη σε άλλους καιρούς κατασπατάληση πόρων, στα πανάκριβα κιτς των Ολυμπιακών Αγώνων και των χολυγουντιανών γάμων, στα SUV και τα τζακούζι, συνέβη ακριβώς τη στιγμή που ο βιομηχανικός πολιτισμός φτάνει στα ενεργειακά, υλικά και περιβαλλοντικά του όρια. Έχουμε φτάσει στην κορυφή της παραγωγής πετρελαίου, πρώτων υλών και προϊόντων διατροφής. Από εδώ και πέρα μας περιμένουν μόνο κατηφοριές, τη στιγμή μάλιστα που ο παγκόσμιος πληθυσμός συνεχώς αυξάνεται – 6,7 δισεκατομμύρια αυτή τη στιγμή. Το ατροφικό πλέον φαντασιακό μας δεν μας επιτρέπει να δούμε τι θα επακολουθήσει. Ο Δυτικός και παγκοσμιοποιημένος σήμερα πολιτισμός συναντά τελικά τις Ερινύες του.

Μπροστά στη φοβερή κρίση πολιτισμού που αντιμετωπίζουμε, το να ρίχνετε από τις σελίδες σας τα βάρη στον ένα ή τον άλλο πολιτικό ηγέτη της χώρας μας ακούγεται τουλάχιστον φαιδρό. Άλλα θα έπρεπε να μας απασχολούν. Δεν έχει δει κανείς ακόμα το τσουνάμι στον ορίζοντα;

Το τσουνάμι φαινόταν τότε στον ορίζοντα, αλλά τώρα το βλέπουμε να ορθώνεται σαν τοίχος μπροστά μας κι όπου να’ναι θα πέσει στα κεφάλια μας. Στα επτά χρόνια που πέρασαν τα 6,7 δισεκατομμύρια άνθρωποι του 2010 έχουν φτάσει σήμερα αισίως τα 7,5 δισεκατομμύρια με ό,τι αυτό συνεπάγεται (δυστυχία, μεταναστεύσεις πληθυσμών, διακρατική, κρατική, παρακρατική και ατομική βία). Η Ευρώπη βρίσκεται υπό διάλυση, η Αμερική αποσύρεται σιγά σιγά, η παγκόσμια οικονομία αιωρείται επί ξυρού ακμής, το κάποτε αδιανόητο (ο πυρηνικός πόλεμος) έχει αρχίσει να συζητείται ανοιχτά σε πολιτικούς και στρατιωτικούς κύκλους. Και οι Έλληνες όλο και πιο πολύ φτωχαίνουμε μέρα με τη μέρα, η κρατική μας κυριαρχία αμφισβητείται πλέον ανοιχτά από τους Ευρωπαίους (βλ. Γερμανούς) «εταίρους» μας και από τους Νεο-οθωμανούς του Ερντογάν, ενώ οικονομικά, κοινωνικά και γεωπολιτικά έχουμε ξαφνικά βρεθεί σε συνθήκες τέλειας θύελλας.

Επτά χρόνια αργότερα δυστυχώς οι πνευματικοί και πολιτικοί μας ταγοί (πολιτικοί, καθηγητές, δημοσιογράφοι και «διανοούμενοι») δεν έμαθαν τίποτα, δεν είδαν τίποτα, δεν κατάλαβαν τίποτα. Φτωχά, τρομαγμένα αλλά και επηρμένα μυαλά με υπερφυσικές φιλοδοξίες και περίσσια ιδιοτέλεια, συνεχίζουν να αναμασούν τις ίδιες ανοησίες για την ανάπτυξη που όπου να’ναι στρίβει στη γωνία, για την αριστερά που θα κάνει μπλα μπλα μπλα, για τη δεξιά που επίσης θα κάνει μπλα μπλα μπλα, για το λαμπρό ευρωπαϊκό μέλλον(!) που συνεχίζει να μας περιμένει αν κάνουμε όλοι μαζί τα εξής μπλα μπλα μπλα. Και ο λαός; Α, ο λαός! Ο εξυπνότερος λαός στον πλανήτη — έτσι δεν λένε οι συνέλληνές μας; Ο λαός λοιπόν θέλει ησυχία, ευρώ, Survivor και να πέφτει εν τη παλάμη η σύνταξη, έστω και συνεχώς μειούμενη. Ο μακαρίτης ο Βάρναλης θα το έλεγε βέβαια αλλιώς: «Βουβοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα / προσμένουμε ίσως κάποιο θάμα». Και το τσουνάμι; Ποιό τσουνάμι; Πού το είδες το τσουνάμι; Business as usual.

Είχα πει στον εαυτό μου να μη ξαναγράψω, να μη ξαναμιλήσω, να χαρώ την επιβεβλημένη από τους Γερμανούς τεμπελιά μου, να απολαύσω το υπερθέαμα της γύρω μου καταστροφής σε αργή κίνηση. Στο κάτω κάτω της γραφής, θα’πρεπε να νιώθω λίγη ευγνωμοσύνη: Μέσα στην ιστορία δεν ήταν ποτέ πολλοί αυτοί που είχαν το προνόμιο να παρακολουθήσουν εκ του σύνεγγυς το τέλος ενός πολιτισμού. Αλλά να, δεν είμαι μόνο θεατής, αλλά και δράστης (και θύμα) της κοινωνίας μου. Και νομίζω πως έχω μερικές ιδέες που θα ξεκαθαρίσουν κάποια πράγματα, κάποιες πληροφορίες να δώσω, κάποια ενδεχόμενα να συζητήσω. Ίσως μερικά από αυτά να είναι κάπως χρήσιμα στους πιο άξιους και πιο νέους από μένα που θα αρθρώσουν μια μέρα τη νέα μεγάλη αφήγηση για τον αυριανό οίκο του ανθρώπου. Επιπλέον, έχω θυμώσει πολύ με τη βλακεία, την ιδιοτέλεια, την τυφλότητα και την ανικανότητα του πολιτικού προσωπικού αυτής της δυστυχισμένης χώρας και οφείλω κάτι να κάνω, έστω και ασήμαντο.

Έτσι, αγαπητοί μου λιγοστοί επισκέπτες αυτού του μπλογκ, θα με υποστείτε για κάμποσο καιρό ακόμα. Με τακτικές, εβδομαδιαίες αυτή τη φορά, ελπίζω, αναρτήσεις.

~ Gregorius